Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Φυσικά Τοπία





Βουνό ή θάλασσα; Βράχια ή αμμουδιά; Φαράγγια ή κορφές; Η Μεσσηνία έχει χαρισματική μορφολογία, και επιφυλάσσει πληθώρα τοπίων για όσους αποφασίσουν να την εξερευνήσουν. Για αυτούς που επιθυμούν να επισκεφθούν συγκεκριμένο είδος εδάφους, περιοχής ή τοπίου, μπορούν να επιλέξουν από τις διαθέσιμες κατηγορίες μας.


Βουνά


Ταΰγετος


Ο Ταϋγετος αποτελεί μία σχετικά στενή οροσειρά με μακριά ράχη, μήκους 115 χιλιομέτρων, μέγιστου πλάτους 30 χιλιομέτρων και συνολικής έκτασης 2.500 χιλιομέτρων. Σχηματίζει σχεδον μία ευθεία γραμμή από το Βορρά προς το Νότο, και χωρίζεται σε τρεις ορεινούς όγκους: τον Βόρειο Ταϋγετο, τον κεντρικό Ταϋγετο, και το όρος Ταίναρο ή Σαγγιά.

Ξεκινώντας από τη Νοτιότερη κορυφή, τον Προφήτη Ηλία (2407μ), προχορώντας προς τον Βορρά, βρίσκουμε τις κορυφές του Σιδηρόκαστρου ( 2228μ), το Σπανακάκι (2024μ), το Νεραϊδοβούνι (2025μ), τα Γούπατα (2031μ), την Αθάνατη ράχη (2360μ), το Χαλασμένο (2203μ), το Λαγανά (1517μ), τη Λεπενού ( 1733μ), τη Γραμμένη πέτρα (1597μ), τις Γούβες (1852μ), το Νεραϊδόβραχο (1660μ) και τα ξεροβούνια (1852μ). Ο Προφήτης Ηλίας αποτελεί το ψηλότερο σημείο του Ταϋγέτου, αλλά και ολόκληρης της Πελοποννήσου.

Η ομορφιά της οροσειράς του Ταϋγέτου οφείλεται στη σχισμώδη μορφολογία του, αφού περιέχει αναρίθμητα φαράγγια και ορθοπλαγιές, με πιο γνωστά τις χαράδρες του Ριντόμου, της Κοσκάρακας, του Βυρού και της Λαγκάδας. Τα τοπία του Ταϋγετου επιφυλάσσουν μοναδική ομορφιά για αυτούς που θα τον εξερευνήσουν, και για αυτό το λόγο αποτελεί έναν από τους αγαπημένους προορισμούς των φίλων της πεζοπορίας.

Ο Ταϋγετος χαρακτηρίζεται από τέσσερις κλιματικές ζώνες: τη χαμηλή πλάγια (μέχρι 700 μέτρα) με καλοκαιρινές συνθήκες από το Μαϊο μέχρι τον Οκτώβριο, στην ορεινή ζώνη ( 750-1650μ) με χειμώνα που διαρκεί από το Δεκέμβριο μέχρι το Μάρτιο, στη υποαλπική ζώνη ( 1650-2000μ) με το καλοκαίρι να εμφανίζεται μόλις στο τέλος Ιουνίου, και την αλπική ζώνη (2000+μ), με ένα στρώμα χιονιού να κυριαρχεί τους περισσότερους μήνες του χρόνου.

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ο Ταϋγετος πήρε το όνομά του από τη νύμφη Ταϋγέτη, μία από τις Ατλαντίδες (κόρες του Άτλαντα), η οποία έβαλε τέλος στη ζωή της μετά τον εξαναγκασμό της σε συνεύρεση από το Δία, από την οποία και γεννήθηκε ο Λακαιδεμόνας, ήρωας της περιοχής.

Αν και το όνομα είναι προελληνικό και είναι δύσκολη η ετυμολογία του, σύμφωνα με τον Ησύχιο τον Αλεξανδρέα (γραμματικός του 5ου μ.Χ. αιώνα), προέρχεται από τη λέξη Ταϋς (=μέγας) και τη ρίζα –γα.

Η χλωρίδα του Ταϋγέτου
Περισσότερα από 700 είδη φυτών συνθέτουν τη σπάνια βλάστηση του Ταϋγέτου, παρά τη σοβαρή καταστροφή που έχει υποστεί από τις πυρκαγιές που έχουν ξεσπάσει κατά καιρούς. Στον Ταΰγετο φυτρώνουν 28 τοπικά ενδημικά φυτά, 11 ενδημικά που συναντώνται σε ένα ακόμη βουνό και 120 ενδημικά που υπάρχουν στα ελληνικά βουνά. Η χλωρίδα του Ταϋγέτου προσδιορίζεται από τις κλιματικές ζώνες, στις οποίες χωρίζεται το βουνό.

1. Οι μεσογειακοί θαμνώνες αναπτύσσονται στις χαμηλές πλαγιές σε υψόμετρο μέχρι 700-800 μέτρα. Αποτελούν συνθέσεις από πουρνάρια (Quercus coccifera) , φιλλύκια (Phillyrea latifolia), αγριελιές (Olea europaea), σχίνα (Pistacia lentiscus), αγριοτσικουδιές (pistacia terebinthus), αειθαλή σφενδάμια (Acer Sempervirens), αγριοροδακινιές (Prunus webbii), κουτσουπιές (Cercis siliquastrum), χρυσόξυλα (Cotinus cogggria), φράξους (fraχius omus), αγριόκεδρα Uuniperus oχyced ru 5), άγρια αγιοκλήματα (Lonicera implexa), αριές (Quersus ilex), ρείκια (Erica manipulif1ora) κ.ά.

Στη ζώνη αυτή σποραδικά εμφανίζονται δρύες (Quersus pubescens), χαρουπιές (Ceratοnίa siliqua), κυπαρίσσια(Cupressus sempervirens) και άλλα είδη δένδρων.
Παλαιότερα οι θαμνώνες ήταν πραγματικά δάση, αλλά σήμερα έχουν υποβαθμιστεί λόγω των πυρκαγιών και της υπερβόσκησης.
Σε πολλές περιοχές του βουνού οι θαμνώνες έχουν αντικατασταθεί από φρύγανα, ενώ σε άλλες έχουν εξαφανιστεί. Ανάμεσά τους φυτρώνουν και πολλά βολβώδη ή ποώδη φυτά, όπως ανεμώνες (Anemone pavonina, anemone coronaria), αγριοτουλίπες (Τ ulipa orphanidea), κυκλάμινα (Cyclanem graecum), μαργαρίτες (Anthemis chia) κ.ά.

2. Στην ορεινή ζώνη, από τα 700-1.700 μέτρα, αναπτύσσονται τα δάση κωνοφόρων του Ταϋγέτου, όπου κυριαρχούν το ελληνικό έλατο (Abies cephalonica) και το μαύρο πεύκο (Pinus nigra), για το οποίο ο Ταΰγετος είναι το νοτιότερο σημείο εξάπλωσής του στη χώρα.
Τα αιωνόβια μαυρόπευκα υπάρχουν διάσπαρτα σε διάφορα μέρη του βουνού και κυρίως στο δάσος της Βασιλικής. Είναι δένδρα ηλικίας 300-500 χρόνων, των οποίων η διάμετρος του κορμού συχνά ξεπερνάει το 1 μέτρο. Είναι τα απομεινάρια των πανάρχαιων δασών του Ταϋγέτου, πραγματικά μνημεία της φύσης, τα οποία πρέπει να τεθούν υπό αυστηρή προστασία. Στη ζώνη αυτή και σε σημεία που έχουν απογυμνωθεί από πυρκαγιές φυτρώνει ένα πλήθος φυτών, όπως αγριογαρίφαλα (Dianthus sp.), ανεμώνες του βουνού (Anemone blanda), αγριοτριανταφυλλιές (Rosa sp.), γεράνια (Geranium sp.), άγριοι μενεξέδες (Viola odorata) , κόκκινοι κρίνοι (Lilium chalcedonicum) κ. ά.

3. Στην υποαλπική ζώνη, σε υψόμετρο 1.700-2.000 μέτρα, αρχίζουν τα γυμνά λιβάδια και οι βραχώδεις σχηματισμοί. Εδώ φυτρώνουν μόνο μικρά πολυετή φυτά, ενώ σποραδικά συναντάμε μοναχικά έλατα και μαύρα πεύκα, σε νανώδη μορφή λόγω του υψομέτρου και της συνεχούς χιονόπτωσης.
Χαρακτηριστικά φυτά της υποαλπικής ζώνης είναι η βουνίσια τσουκνίδα (Urtica dioica) και το γνωστό τσάι του Ταϋγέτου.

4. Στην αλπική ζώνη, σε υψόμετρο 2.000-2.407 μέτρα, η απουσία των δένδρων είναι ολική, λόγω της συνεχούς χιονοκάλυψης. Εδώ, όμως, φυτρώνουν τα περισσότερα και τα πιο σπάνια ενδημικά του Ταϋγέτου, φυτά πολυετή και ανθεκτικά στο κρύο.
Εδώ συναντάμε τον Νανόκεδρο Guniperυs communis), καθώς και τα Beta nana, Minuartia stellata, Arabis subfiava, Saxifraga sibthorpii, Geranium subcaulescens, VioIa chelmea, Veronica thymifoIia κ.ά.

5. Στις ρεματιές και στα φαράγγια, αναπτύσσεται ιδιόμορφη βλάστηση, η οποία δεν επηρεάζεται από την υψομετρική διαφορά. Χαρακτηριστικά είδη είναι το πλατάνι (Platanus orientaIis), η δάφνη (Laurus nobiIis), η μυρτιά (Myrtus communis), η άγρια ροδιά (Punica granatum), η πικροδάφνη (Nerium oleander) και η λυγαριά (Vitex agnus-castus).



Νησάκια


Σαπιέντζα


Μπορείτε να την επισκευθείτε μόνο αν διαθέτετε δικό σας σκάφος, αφού δεν υπάρχουν δρομολόγια για την πρόσβαση σε αυτή. Βρίσκεται απέναντι από τη Μεθώνη και είναι το ομορφότερο και πιο σημαντικό νησί των Οινουσσών, με έκταση 9 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ακτές κυρίως απότομες και βραχώδεις. Η μοναδική αμμουδιά του νησιού η Αμμος, βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του απέναντι από τη Μεθώνη, ικανή όμως να αποζημειώσει τον επισκέπτη της με την ομορφιά της. Προστατεύεται από τους ανέμους και με τον μικρό μόλο που διαθέτει είναι εύκολα επισκέψιμη.

Το τοπίο της Σαπιέντζας είναι πράσινο με πλαγιές που καλύπτονται από χαμηλή βλάστηση, πυκνούς θάμνους και κρυστάλλινα νερά να την περιτριγυρίζουν. Στο κέντρο του βορεινού τμήματος του νησιού, στην κοιλάδα που δημιουργείται ανάμεσα από μικρούς ορεινούς όγκους, θα συναντήσετε το μοναδικό στη Μεσόγειο δάσος με κουμαριές. Το αξιοσημείωτο είναι ότι πρόκειται για δέντρα με ύψος μεγαλύτερο των 10 μέτρων και όχι όπως συνηθίζεται να τους βλέπουμε σαν θάμνους.

Το πανέμορφο δάσος με τις κουμαριές, καθώς και η γύρω περιοχή σε μια συνολική έκταση 24 εκταρίων, έχει χαρακτηριστεί από το 1986 "διατηρητέο μνημείο της φύσης".

Στο κέντρο του νησιού την βλάστηση αντικαθιστά σε ένα πλάτωμα, ένα ιδιόμορφο πορτοκαλοκίτρινο πέτρωμα, το οποίο σχηματίστηκε από την συσσώρευση τεραστίων ποσοτήτων γύρης και αποτελεί πηγή πληροφοριών των επιστημόνων για την ηλικία του δάσους και της περιοχής. Η τοποθεσία έχει την ονομασία Σπαρτόλακκα και αποτελεί σημαντικό αξιοθέατο της Σαπιέντζας.

Στην πυκνή βλάστηση και στο εκπληκτικό περιβάλλον ζουν κρητικοί αίγαγροι (τα γνωστά μας κρι κρι), πλησιάζοντας τον πληθυσμό των 200 ζώων. Ακόμη στην περιοχή υπάρχουν αγριοπρόβατα (μουφλόν) και αρκετά είδη πτηνών (φασιανοί, πέρδικες, μπεκάτσες, τσίχλες κ.ά.).

Το κυνήγι στο νησί επιτρέπεται κάτω όμως από πολύ αυστηρούς όρους και με συνεχείς και εντατικούς ελέγχους.

Νοτιότερα και μετά από το στενότερο σημείο του νησιού (Λαιμός), σχηματίζεται ένας κλειστός όρμος, το Πόρτο Λόγγο, χρησιμεύοντας ως ασφαλές αγκυροβόλιο για τους επισκέπτες. Αν προσεγγίζετε το Πόρτο Λόγγο από τη θάλασσα, στην είσοδο του όρμου θα συναντήσετε την βραχονησίδα Μπόμπα, πλημμυρισμένη από θρύλους, σύμφωνα με τους οποίους εκεί είχε βγει ο Απόστολος Παύλος στην πορεία του για τη Ρώμη, όταν συνάντησε ισχυρή καταιγίδα.
Από το φυσικό λιμανάκι του Πόρτο Λόγγο είναι η αφετηρία του μονοπατιού για το φάρο της Σαπιέντζας, ένα πανέμορφο και εντυπωσιακό κτίσμα με 18 μέτρα ύψος, δημιούργημα των Αγγλων γύρω στο 1890. Τα 75 πέτρινα σκαλοπάτια του οδηγούν στην κορυφή του φάρου με την εκπληκτική θέα του νησιού και της γύρω περιοχής.

Οι δυτικές ακτές της Σαπιέντζας είναι βραχώδης και άγριες με εξαίρεση τον ήσυχο κολπίσκο Μανέτα. Βορειότερα του κολπίσκου Μανέτα και λίγο πριν από τον κάβο Βισούνι, οι απότομες ακτές έχουν πάρει από τους ντόπιους ψαράδες την ονομασία "Λακέρδα" από την μεγάλη ποσότητα κοπαδιών λακέρδας που περνούσαν από εκεί.

Στο βορειότερο άκρο της Σαπιέντζας, στο ακρωτήριο "Καρσή" σε κοντινή απόσταση από την ακτή και σε μικρό βάθος (μόλις 8 μ.) μέχρι πιο βαθιά, στο βυθό της θάλασσας, υπάρχουν σημαντικά ευρήματα ναυαγίων με εντυπωσιακά απομεινάρια όπως οι κολώνες του Μεγάλου Περιστυλίου από την Καισάρεια της Παλαιστίνης και τις ρωμαϊκές σαρκοφάγους από τιτανιούχο λίθο. Η τοποθεσία προσφέρει μοναδικές εμπειρίες στους φίλους της κατάδυσης. Στις σκέψεις των υπευθύνων και αρμοδίων είναι η δημιουργία υποβρύχιου αρχαιολογικού πάρκου για την ανάδειξη της περιοχής.



Ποτάμια



Νέδα


Στη νότια πλευρά της Αρχαίας Ολυμπίας, στα όρια των νομών Ηλείας και Μεσσηνίας της Πελοποννήσου και πολύ κοντά στην Αρχαία Φιγαλία συναντάει κανείς το Φαράγγι της Νέδας
Πηγάζει από το όρος Λύκαιο, ανάμεσα στα χωριά Κακαλέτρι και Πέτρα της ορεινής Μεσσηνίας, πολύ κοντά στην Ανδρίτσαινα. Τα νερά της ακολουθούν μία διαδρομή φυσικού πλούτου 32 χιλιομέτρων και καταλήγουν στο Ιόνιο, στη θέση Ελαία, λίγο έξω από την Κυπαρισσία.
Ο δρόμος Πατρών - Πύργου Καλαμάτας "ακολουθεί" το περίγραμμα των ακτών της. Εκτός από τις θαλασσινές ομορφιές της,, ένας θαυμάσιος ορεινός κόσμος εμφανίζεται στις ανατολικές πλαγιές της που «προστατεύει» ένα πανέμορφο ποτάμι, τη Νέδα, και αποτελεί το μοναδικό ποτάμι θηλυκού γένους στην Ελλάδα.
Πολλοί είναι εκείνοι που θέλουν να «γευτούν» την ανέγγιχτη φυσική ομορφιά της. Ξεκινώντας από την Κυπαρισσία, ο στενός επαρχιακός δρόμος καταλήγει μετά από 18 χλμ στο ορεινό χωριό Πλατάνια. Από εκεί ένας χωματένιος δρόμος αποτελεί συνδετικό κρίκο του κόσμου με το «παραδεισένιο» φαράγγι της Νέδας.
Οργανώνονται πεζοπορίες όπου το σημείο έναρξης το οποίο οριοθετείται από ένα παλιό πέτρινο γεφύρι. Στο μονοπάτι υπάρχουν πολλές πινακίδες που διευκρινίζουν τη διαδρομή από τη κοίτη του ποταμού μέχρι το φαράγγι, όπου ξεπηδά ο καταρράκτης από ύψος 20 περίπου μέτρων.
Μπορεί ο επισκέπτης να ακολουθήσει τη πορεία διάρκειας 7 με 8 ώρες προκειμένου να διασχίσει το φαράγγι αλλά καλό θα είναι να λάβει υπόψη του πως είναι υποχρεωτικό το περπάτημα μέσα στο ποτάμι ενώ σε ορισμένα σημεία ακόμα και το κολύμπι.

Η καλύτερη περίοδος για την επίσκεψη
στο φαράγγι είναι τέλη καλοκαιριού με αρχές φθινοπώρου. Το ποτάμι κατεβάζει λιγότερο νερό με αποτέλεσμα η κολύμβηση να είναι πιο εύκολη.

Είναι απαραίτητο να σημειωθεί πως η πανίδα που εμφανίζεται κατά μήκος του φαραγγιού είναι άξια θαυμασμού.
Αυτό έχει ως απόρροια να λαμβάνουν χώρα συναντήσεις με πλάσματα του οικοσυστήματος όπως βίδρες, πουλιά, ψάρια του γλυκού νερού, νερόφιδα.

Προέλευση ονόματος:
Σύμφωνα με τη μυθολογία, στη νύμφη Νέδα, θεότητα των νερών, έδωσε η Ρέα τον Δία όταν γεννήθηκε προκειμένου να τον προστατέψει από τον άνδρα της Κρόνο. Ήταν εκείνη που φρόντισε το βρέφος - μαζί με τις νύμφες Θεισόα και Αγνώ - το έλουσε και το έπλυνε στο κεφαλάρι του Λύκαιου, που αργότερα έγινε το θρυλικό ποτάμι και πήρε το όνομά της.


Φαράγγια


Φαράγγι Βυρού




Η διαδρομή ξεκινάει από την παλιά Καρδαμύλη ακριβώς στην είσοδο της Καρδαμύλης, ανηφορίζοντας μέσα ακριβώς στο φαράγγι. Περίπου μετά από μία ώρα, βρίσκουμε λευκοκόκκινη σήμανση αριστερά που μας οδηγεί στη Μονή Λυκάκη. Επειδή το μονοπάτι αυτό δεν περπατιέται συχνά, ίσως είναι λίγο δύσβατο. Συνεχίζοντας στην κοίτη του φαραγγιού, μετά από μία ώρα φτάνουμε στη Μονή Σωτήρος, η οποία βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του φαραγγιού. Μπαίνουμε στον περίβολο του μοναστηριού και κατευθυνόμαστε στη σιδερένια πόρτα, απέναντι από τη δυτική πόρτα της εκκλησίας. Εκεί υπάρχει ευδιάκριτο μονοπάτι, το οποίο ανηφορίζει και οδηγεί απευθείας στον οικισμό Πεδινό. Ο δρόμος συνεχίζει για λίγο με άσφαλτο, και στη συνέχεια το καλντερίμι οδηγεί στο γραφικό χωριό Τσέρια.

Κατευθυνθείτε προς τον π΄θργο του καπετάν Ζαχριά, όπου ΄λιγο πριν θα βρείτε μια διακλάδωση. Αυτή οδηγεί στην άκρη του χωριού, και σε ένα υπέροχο καλντερίμι, που ονομάζεται "Λιούτη". Η θέα από εδώ είναι εξαιρετική. Συνεχίζουμε τον χωματόδρομο που θα μας οδηγήσει στο Εξωχώρι. Συνεχίζουμε στην άσφαλτο του χωριού, και όταν βρούμε ένα ψηλό πεύκο, στρίβουμε δεξιά, όπου και ακολουθούμε την σηματοδότηση. Ακολουθώντας αυτό το δρόμο θα βρεθούμε στο Πετροβούνι, και στη συνέχεια θα καταλήξουμε πίσω στην Καρδαμύλη.

Το φαράγγι του Βυρού, περικυκλώνεται από διάφορες σηματοδοτημένες διαδρομές, οι οποίες περνούν όλες από γραφικά χωριά με βυζαντινά εκκλησάκια και υπέροχα πέτρινα κτίσματα.



Λίμνες


Πολυλίμνιο


Στο δήμο Βουφράδος, 32 χλμ. από την Καλαμάτα, βρίσκεται το φαράγγι του Πολυλιμνίου με τις λίμνες και τους καταρράκτες του. Περπατώντας ένα μικρό διαμορφωμένο μονοπάτι για 5 λεπτά και περνώντας μέσα από πυκνή βλάστηση και με τη βοήθεια γραφικών ξύλινων γεφυριών, θα βρεθείτε σε ένα κρυφό παράδεισο από μικρές λίμνες και καταρράκτες, περικυκλωμένους από ελαιώνες και αμπέλια. 15 λίμνες με διάφορα περίεργα ονόματα όπως Μαυρολίμνα, Κάδη, Καδούλα, του Τυχερού, του Ιταλού, του Πανάγου, της Σταθούλας, καλά κρυμμένες για πολλά χρόνια, μόλις πρόσφατα έγιναν γνωστές στο ευρύ κοινό, και άρχισαν να δέχονται τις επισκέψεις των φίλων της φύσης.

Το καλοκαίρι είναι πολλοί αυτοί που προτιμούν τα δροσερά νερά των λιμνών του Πολυλιμνίου για να κάνουν το μπάνιο τους, όπως για παράδειγμα στη λίμνη Καδούλα, η οποία πήρε το όνομά της από το σχήμα της που μοιάζει με καρδιά. Ο καταρράκτης προσφέρει μία μοναδική εμπειρία σε όποιον τον πλησιάσει, ενώ οι πιο τολμηροί επιδίδονται σε εντυπωσιακές βουτιές από τους γύρω βράχους, στα βαθιά νερά της λίμνης.

Τα μικρά φαράγγια, η πλούσια βλάστηση και οι πανέμορφοι καταρράκτες θα μετατρέψουν μια μέσης δυσκολίας πεζοπορία 3 χιλιομέτρων σε μια εμπειρία μοναδική και αξέχαστη. Τα νερά του φαραγγιού, που έρχονται από το Μεσοπόταμο, αφού περάσουν το γεφύρι του Τζάνε, στο Πεταλίδι, χύνονται στην αγκαλιά του Μεσσηνιακού Κόλπου. Εάν κανείς ακολουθήσει το φαράγγι προς τα κάτω, θα φτάσει στη σπηλιά με τις υπέροχες πεταλούδες.

Είναι πολύ εύκολο να βρει κανείς το Πολυλίμνιο, ακολουθώντας το δρόμο από Καλαμάτα προς Πύλο. Κοντά στο χωριό Καζάρμα υπάρχει το χωριό Χαραυγή, από όπου ξεκινάει το μονοπάτι προς το πολυλίμνιο (υπάρχει ταμπέλα που κατευθύνει προς Πολυλίμνιο στον κεντρικό δρόμο).



Πηγή messinia-guide.gr

 
z