Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Μνημεία - Αξιοθέατα




Η Μεσσηνία κατοικείται εδώ και χιλιάδες χρόνια, με μία σπουδαία ιστορία να τη συνοδεύει. Μάρτυρες της ιστορίας της, τα κλασσικά, βυζαντινά και νεότερα μνημεία ανά το Νομό. Τα μνημεία και η πολιτιστική κληρονομιά της Μεσσηνίας, σε συνδυασμό με το πανέμορφο φυσικό τοπίο που τα πλαισιώνει, δίνουν μία μαγική δύναμη στη Μεσσηνία, που αιχμαλωτίζει και τον πιο απαιτητικό επισκέπτη. Το Kalamatalive.gr επιχειρεί να σας ταξιδέψει τόσο σε σημαντικά μνημεία όπως τα κάστρα και οι αρχαιολογικοί χώροι, όσο και σε άλλα ιδιαίτερα αξιοθέατα όπως εκκλησίες και μουσεία.


Δείτε επίσης: 

Περιήγηση στην πόλη της Καλαμάτας-Το λιμάνι και η παραλία της Καλαμάτας
              
Περιήγηση στην πόλη της Καλαμάτας -Από το κάστρο προς την πλατεία 23ης Μαρτίου
               
Περιήγηση στην πόλη της Καλαμάτας-Οδός Αριστομένους: από την πλατεία 23ης Μαρτίου προς την κεντρική πλατεία και την παραλία 

Εκκλησίες



Ιερός Ναός Υπαπαντής

Στην καρδιά του ιστορικού κέντρου και κάτω από τη σκιά του Φράγκικου Κάστρου των Βιλλαρδουΐνων, της "εχούσης τα πρεσβεία εις την κατάκτησιν του αγαθού της Ελευθερίας εν έτει 1821 “ μεταξύ των ελληνικών πόλεων, “ Παναγιοσκεπάστου “ Καλαμάτας, υψώνεται μεγα­λο­πρε­πής, ο μεγαλώνυμος, Βυζαντινός Μητροπολιτικός και Καθεδρι­κός Ναός Υπαπαντής του Χριστού. Ο Ναός αυτός, το στολίδι και το καμάρι απάντων των Μεσσηνίων, θεμελιώθηκε την 25η Ιανουαρίου 1860 και εγκαινιάστηκε τη 19η Αὐγούστου 1873 από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Μεσσηνίας Προκόπιο Γεωργιάδη.

Η ιστορική επιγραφή στο θεμέλιο λίθο, πού κείται στη βάση του νοτιοδυτικού καμπαναριού πληροφορεί τα εξής:

ΕΠΙ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΟΘΩΝΟΣ Α΄.
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
ΝΟΜΑΡΧΟΥ Ν. ΓΚΟΥΣΤΗ
ΔΗΜΑΡΧΟΥ Θ. ΙΩ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ
Ο ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΣ ΟΥΤΟΣ ΛΙΘΟΣ ΤΟΥ
ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΚΑΛΑΜΩΝ
ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΤΟΥ
ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΕΤΕΘΗ ΕΝ ΕΤΕΙ ΑΩΞ ΤΗΝ ΚΕ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Θησαυρό για τον Μητροπολιτικό μας Ναό αποτελεί η θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας της επονομαζομένης "Πα­ναγία Υπαπαντή", της Προστάτιδος και Πολιούχου των Καλαματιανών και των κατοίκων όλης της Μεσσηνίας. Η φορητή αυτή Εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία κρατά στην αριστερή αγκαλιά της τον Χριστό έχει διαστάσεις μήκους 1,10 και πλάτους 0,68 και ακολουθεί τον εικονογραφικό τύπο της Παναγίας της Αμολύντου ή του Πάθους. Το δε θαυμαστό χρονικό της ευρέσεως της έχει ως εξής: "Η ιστορία της εικόνος είναι γνωστή από του 17ου αιώνος, ότε πυρποληθείς ο μικρός Ναός της Υπαπαντής, κείμενος εις το σημείον, όπου σήμερον υπάρχει μαρμάρινος σταυρός, φέρων εις την βάσιν του χαραγμένας τάς λέξεις "Η ΠΛΑΞ ΑΥΤΗ ΕΝΘΥΜΙΖΕΙ ΙΕΡΟΝ ΚΑΙ ΑΔΥΤΟΝ", ετάφη η Εικόνα εις τα ερείπια αυτού. Εις τον χώρον του Ναού κατεσκευάσθη υπό του Τούρκου πασά σταύλος δια τον ίππον του. Ο ιπποκόμος του πασά, χριστιανός το θρήσκευμα, επί τρείς συνεχείς νύχτας έβλεπε τρομερόν όνειρον. Μια γυναίκα παρουσιάζετο και του έλεγε να εισηγηθεί εις τον πασάν να αποσύρη τον ίππον του από τα ερείπιαεκείνα, διότι κακόν θα συνέβαινε εις αυτόν, εις περίπτωσιν απειθίας αλλά και δια τον ίδιον τον ιπποκόμον, εάν δεν εφανέρωνε το όνειρον εις τον κύριον του. 

Παρετηρήθη ακόμη ότι και ο ίππος επί πολύν καιρόν επιμόνως εκτυπούσε με το πόδι του το μέρος εκείνο, όπου ακριβώς εκρύπτετο η Εικών. Φοβηθείς ο πασάς διέταξε να απομακρυνθή ο ίππος του από τα ερείπια εκείνα του βυζαντινού Ναού. Μετ' ολίγον καιρόν και ο προύχων των καλαμών Π. Τζάνες είδεν εν ονείρω ότι παρουσιάσθη εις αυτόν η ιδία γυναίκα, η οποία παρουσιάσθη και εις τον ιπποκόμον του πασά και υπέδειξεν ότι εις τον άλλοτε βυζαντινόν Ναΐσκον, τον οποίον κατεδάφισαν οι Τούρκοι και ο χώρος του οποίου εχρησιμοποιήθη ως σταύλος του ίππου του πασά, εκρύπτετο θαμμένη σεβασμία Εικών και ότι έπρεπε να ανασκαφή ο χώρος και να αποκαλυφθή αύτη. Ο Π. Τζάνες έχων καλάς σχέσεις με τους Τούρκους των Καλαμών, παρεκάλεσεν αυτούς και του επετράπη να ανασκάψη το έδαφος του χώρου εκείνου. Γενομένης δε ανασκαφής, ω του θαύματος, ανευρέθη η σεβασμία Εικών της Θεοτόκου..." (Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Θέμελη: "Η εν Καλαμάτα Ιερά Εικών της Παναγίας Υπαπαντής", Καλαμάτα 1998).Ο Ιερός Ναός πανηγυρίζει, μετά πάσης λαμπρότητος και επισημότητος, την 1η και 2α Φεβρουαρίου, Εορτή της Υπαπαντής του Χριστού. Ο μακαριστός Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δασκαλάκης καθιέ­ρω­σε το 1948, ο εορτασμός αυτός να αρχίζει στις 27 Ιανουαρίου και να τελειώνει στις 9 Φεβρουαρίου, στην Απόδοση δηλαδή της Εορτής της Υπαπαντής και να έχει διάρκεια 14 ημέρες. 

Προνοητικός ο αλήστου μνή­μης εκείνος, δυναμικός Ποιμενάρχης, εδικαιώθη πλήρως αφού το Προσ­κύ­νημα της Υπαπαντής έστω και μέσω χειμώνα, με το τοπικό του χρώμα, κυρίως όμως με τη γλυκύτατη μορφή της Παναγίας "Καλομάτας" Υπαπαντής, κατέστη όχι μόνο Παμμεσσηνιακό αλλά και Πανελλήνιο. Η λιτανεία της Ιεράς Εικόνος στους κεντρικούς δρόμους και πλατείες της πόλεως γίνεται από το έτος 1889 και συνεχίζεται πανδήμως μέχρι σήμερα, έστω και με άσχημες καιρικές συνθήκες.

Πηγή mmess.gr



Ιερός Ναός Αγίων Αποστόλων

Στο βόρειο τμήμα της πλατείας 23ης Μαρτίου 1821 και στο ιστορικό κέντρο της Καλαμάτας ευρίσκεται από του 12ου αιώνα ο Βυζαντινός Ναός των Αγίων Αποστόλων. Κτίτορά του η παράδοση θέλει τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ τον Παλαιολόγο.

Στο ναϊκό οικοδομικό σύμπλεγμα φαίνεται η συνύπαρξη δύο Ναών διαφορετικών μεγεθών και εποχών. Το ανατολικό τμήμα, το οποίο είναι και παλαιότερο είναι βυζαντινή εκκλησία του τύπου των ελευθέρων σταυρών και καλύπτει το Άγιο Βήμα, το δε δυτικό, είναι μεταγενέστερο, έχει στοιχεία δομικά από την Ενετοκρατία και καλύπτει τον κυρίως Ναό. Και τα δυο αυτά τμήματα έχουν το δικό τους τρούλλο ενώ στη βορειοδυτική πλευρά του Αγίου Βήματος υψώνεται πυργοειδές καμπαναριό.

Δυστυχώς ο Ναός αυτός υπέστη φοβερές ζημιές κατά τη διάρκεια δύο σεισμών που έπληξαν θανάσιμα την πόλη, τον παλαιό του 1884 και τον πρόσφατο του 1986 αλλά ανηγέρθη και στις δύο περιπτώσεις και αποκατεστάθη στην αρχική μορφή του.

Για κάθε Καλαματιανό και Μεσσήνιο ο Ναός των Αγίων Αποστόλων είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τα Ελευθέρια της Καλαμάτας από τον Τουρκικό ζυγό και τη ζοφερά δουλεία 400 χρόνων, την 23η  Μαρτίου 1821. Διότι την χαρμόσυνη αυτή ημέρα, κάτω από τους θόλους της εκκλησίας των Αγίων  Αποστόλων εψάλη ευχαριστήριος δοξο­λογία στον Θεό απ' όλους τους επαναστατημένους Έλληνες με επικε­φαλής τους αρχηγούς τους. Εξ' άλλου μαρμάρινη επιγραφή στη μεσημβρινή είσοδο του Ναού, ιστορεί το ηρωϊκό αυτό γεγονός:

ΩΔΕ ΑΝΕΠΕΜΦΘΗ
ΔΕΗΣΙΣ ΠΑΝΔΗΜΟΣ ΠΡΟΣ ΘΕΟΝ
ΚΑΤΑ ΤΟΥΡΚΩΝ
ΕΠΙ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ ΑΛΩΣΕΙ
ΥΠΟ ΜΕΣΣΗΝΙΩΝ ΚΑΙ ΛΑΚΩΝΩΝ
ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ ΣΥΝΔΡΑΜΟΝΤΩΝ
ΕΝ ΕΤΕΙ 1821  ΜΑΡΤΙΟΥ 23

Κάθε χρόνο, στις 23 του Μάρτη και ώρα απογευματινή τελείται στο Ναό των Αγίων Αποστόλων επίσημη Δοξολογία "εις ανάμνησιν ιστορικής ημέρας", ακολουθεί επιμνημόσυνη δέηση "υπέρ των ηρώων της Ἐλευθερίας", αναπαράσταση της κατάληψης της πόλης και τέλος παρέλαση της μαθητιώσας νεολαίας και του στρατού.

Πηγή mmess.gr




Ιερά Μονή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καλογραιών

Στο ιστορικό κέντρο της Καλαμάτας και πολύ κοντά στό Μητροπολιτικό Ναό της Υπαπαντής του Χριστού ευρίσκεται η Ιερά Μονή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καλογραιών, ιδρυθείσα το έτος 1796 από τον Καλαματιανό Ιερομόναχο και Δάσκαλο Γεράσιμο Παπαδόπουλο (1763-1844). Είναι δε το πρώτο από τη σύστασή του, γυναικείο Μοναστήρι της Ι. Μητροπόλεως που λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Ο Ναός της μονής ή καθολικό, αφιερωμένος στους Αγίους Μεγάλους Βασιλείς και Ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη, είναι κτισμένος επάνω σε ερειπωμένο Ναό του 13ου αιώνα και τούτο μαρτυρεί η δεξιά εξωτερική πλευρά του Αγίου Βήματος. Από τις τοιχογραφίες σώζεται η Ακρα Ταπείνωση στην Πρόθεση ενώ η τελευταία ριζική ανακαίνιση του Ναού αυτού έγινε μετά τούς καταστροφικούς σεισμούς του 1986.

Το μοναστήρι των Καλογραιών με τη χαρακτηριστική αυτή ονομασία του, πού προβάλλει το γυναικείο μοναχισμό έχει σύνδε­σμο άρρηκτο με την ιστορία της Καλαμάτας και της Μεσσηνίας γενικώ­τε­ρα αφού κα­τά τη διάρκεια των 200 και πλέον ετών λειτουργίας του, πρόσφερε πνευμα­τικό καταφύγιο σε εκατοντάδες νέα κορίτσια πού ασπάσθηκαν το μοναχικό βίο, φιλανθρωπική ζεστή αγκαλιά σε πολυά­ριθ­μα ορφανά και εγκαταλειμμένα παιδιά κυρίως μετά την κατοχή και για αρκετά  χρόνια και πρόσφατα στην δοκιμασία των σεισμών, οι Καλόγριες του Αγίου Κων­σταντίνου κυριολεκτικά αναλώθηκαν επί καθημερινής βάσεως και για ένα χρόνο περίπου, να παρασκευάζουν φαγητό στην αυλή της μονής για εκατοντάδες σεισμοπλήκτων και εμπερίστατων κατοίκων της πόλεως.

Εκείνο όμως, που καταξίωσε το μοναστήρι των Καλο­γραιών τόσο πανελληνίως όσο και διεθνώς, ήταν η καλλιέργεια και κατεργασία του μεταξιού ώστε ν' ανθίσει και να καρποφορήσει η μεταξοϋφαντική τέχνη και τα μεταξωτά κεντητά άμφια, τα τραπεζομάντηλα, οι κουρτίνες και κυρίως το μεταξωτό Καλαματιανό μαντήλι, πού γεννήθηκε στο μοναστήρι αυτό, ώστε να φθάσουν σ" όλο τον κόσμο και η Μονή να βραβευτεί πολλές φορές με επίσημα βραβεία και επαίνους.

Η Μονή έχει Σκευοφυλάκιο-Μουσείο, στο οποίο φυλάσσονται ιερά Λείψανα διαφόρων Αγίων της Εκκλησίας μας, ιερά σκεύη, άμφια, πολύτιμες εικόνες και τμήμα παλαιού τέμπλου ενώ υπάρχει πλούσια βιβλιοθήκη με θεολογικά και άλλα βιβλία. Εκτός του καθολικού έχει και δεύτερο Ναό στην κεντρική αυλή της, αφιερωμένο στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

Συνεχίζουσα την παράδοσή της και τις παρακαταθήκες του αειμνήστου Γέροντά της αλλά και την οσιακή βιοτή των μυριάδων κεκοιμημένων μοναζουσών, η Ιερά Μονή των Καλογραιών κρατά σταθε­ρά τα πρωτεία στην αριθμητική υπεροχή του έμψυχου δυναμικού της, με­τα­ξύ των εν ενεργεία μοναστηριών της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσση­νίας.

Πηγή mmess.gr




Μονή Βουλκάνο

Το μοναστήρι του Βουλκάνο ή Βουρκάνο κατέχει την πρώτη θέση ανάμεσα στα μυθικά και ιστορικά ονόματα της Μεσσηνίας, αφού βρίσκεται στον ιερότερο χώρο και της προϊστορικής και της αρχαίας χώρας, στην καρδιά του τόπου. Και είναι ακριβώς αυτή η θέση της Ιθώμης, στη μέση του μεγάλου κάμπου, που χωρίς μεγάλο ύψος (802μ), δίνει στο ύψωμα μία υπεροχή, σα να είναι το ψηλότερο όρος του Μεσσηνιακού χώρου.

Το μοναστήρι είναι χτισμένο πραγματικά στην κορυφή της Ιθώμης, πάνω σε πελώριο φυσικό βράχο, που δίνει την εντύπωση πως αποτελεί και τα θεμέλια του. Νοτιανατολικά από το μοναστήρι βρίσκεται το αρχαίο ιερό του Δία Ιθωμάτα, στο οποίο γινόντουσαν πολλές θυσίες, και όπως υποστηρίζει η παράδοση ακόμα και ανθρωποθυσίες.

Το μοναστήρι εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς τον 16ο αιώνα, όχι μόνο επειδή το ανέβασμα στο μοναστήρι ήταν απότομο και δύσκολο, αλλά και επειδή η θέση του ήταν τέτοια που το χτύπαγε ο άνεμος το κρύο, αλλά και ο ήλιος. Σιγά σιγά έχτισαν λίγο χαμηλότερα τη νεότερη μονή Βουλκάνο.

Το καθολικό της παλιάς μονής είναι ένα θαυμάσιο δείγμα μεταβυζαντινής τέχνης, έργο των αδελφών Μόσχων, του 1608, ενώ υπάρχουν και δύο εντοιχισμένες κτητορικές επιγραφές.


Ναός Αγίων Θεοδώρων Κάμπου

Μέσα στο χωριό του Κάμπου, πάνω στον κεντρικό δρόμο, στέκει ο θαυμάσιος βυζαντινός ναός των Αγίων Θεοδώρων, που διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Στο ναό των Αγίων Θεοδώρων υπάρχει αρχαία επιγραφή του 5ου π.Χ. αιώνα και άλλα μεταγενέστερα λείψανα. Είναι κτίσμα του 12ου μ.Χ. αιώνα και της ίδιας τέχνης και εποχής με το βυζαντινό ναό των Αγίων Αποστόλων Καλαμάτας. Έχει ωραιότατες αγιογραφίες, και αναστηλώθηκε το 1968. 

Στην περιοχή του κάστρου της Γαρμπελιάς σωζόταν ως το 1893 μικρός βυζαντινός ναός των Αγίων Αποστόλων, σύγχρονος του ναού των Αγίων Θεοδώρων και χτισμένος από πωρόλιθους πελεκημένους κατά ισοδομικό τρόπο. 

Ο Κουγέας αναφερόμενος στους δύο αυτούς ναούς, των Αγίων Θεοδώρων και των Αγίων Αποστόλων γράφει: 
"Αλλά και η μνήμη των Αγίων, εις ους είναι αφιερωμένοι οι δύο ούτοι ναοί του Κάμπου, και η κτίσης αυτών, δεν δύναται να είναι νομίζω τυχαία και άσχετος προς τους δύο δεσπότας του Μωρέως, τους φέροντας τα ονόματα των τιμηθέντων δια των ναών Αγίων, προς τον Θεόδωρον δηλαδή Β´ Παλαιολόγον ο ναός των Αγίων Θεοδώρων και προς τον θωμάν Παλαιολόγον ο ναός των Αγίων Αποστόλων. Τας σχέσεις των δύο τούτων δεσποτών προς τα μέρη ταύτα της λακωνικής προσεπιμαρτυρούσι και άλλαι πολλαί ειδήσεις."






Μονή Δήμιοβας

Ανατολικά του κεντρικού Ταϋγέτου και κοντά στην Καλαμάτα, πάνω από το χωριό που σήμερα ονομάζεται Ελαιοχώρι (μέχρι και σήμερα είναι γνωστό με την παλιά του ονομασία Γιάννιτσα), βρίσκεται η μονή Δήμιοβας. Μέσα σε ένα μαγευτικό περιβάλλοντα χώρο γεμάτο έλατα και πεύκα, με άπλετη θέα και ευλαβική ησυχία, ορθώνεται κάτασπρη η πολύπαθη μονή, που εκτός από μονή Δήμιοβας αναφέρεται και πολλές φορές ως Ντίμιοβα, Τίμιοβα, Τίνοβα, Ντιμόνοβο και Ντιμόνοβο. Το όνομά της είναι σλαβικής προελεύσεως και σημαίνει «κροκοτόπι», δηλαδή τόπο όπου ανθίζει το φυτό «Κρόκος», από το οποίο παράγεται η κίτρινη βαφική ύλη «Ζαφορά».


Η Μονή Δήμιοβας κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην ευλάβεια των κατοίκων της Καλαμάτας και της περιοχής της Αβίας. Ακόμη και στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, πλήθη προσκυνητών ανέβαιναν τα φαράγγια και τα πρόβουνα αυτά του Ταϋγέτου, την παραμονή της Παναγίας για να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας.

Η σημερινή μονή αποτελεί κτίσμα των πρώτων δεκατιών του 17ου αιώνα, και μέσα του βρίσκεται ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο οποίος τοιχογραφήθηκε το έτος 1663 σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή που βρίκεται εντός. Το 1770 η μονή πυρπολήθηκε από τους Τούρκους, και ακόμη και σήμερα είναι εμφανή τα σημάδια της πυρπόλησης στις τοιχογραφίες του ναού. Ο ναός είναι φημισμένος για τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, η οποία επανήλθε στο ναό το 1837, όταν και αποκαταστάθηκαν οι κυριότερες ζημιές.

Κάτω από τη μονή Δήμιοβας βρίσκεται και ο Πύργος του Ρήγα, καταφύγιο των πολιορκούμενων μοναχών κατά τις επιδρομές, ο οποίος υπέστη σημαντικές ζημιές κατά τον τελευταίο μεγάλο σεισμό της Καλαμάτας.

Η ιστορία της Μονής

Η παράδοση θέλει τη μονή Δήμιοβας να έχει χτιστεί επί Λέοντος του Ισαύρου, εικονομάχου. Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, κατά την ίδια παράδοση, χτυπήθηκε από τον αδελφό του αυτοκράτορα – πράξη αντιεικονολατρική – και από την εικόνα έτρεξε θερμό αίμα, που επιβεβαιώθηκε με την ανάλυση από τον καθηγητή Λάνδερερ. Για τη μονή όμως, πέρα από την παράδοση, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι έχει τόσο παλιά ιστορία, και τα ίχνη της εμφανίζονται κατά τον 15ο αιώνα.

Την εικόνα της Παναγίας αυτής, ο Καλοκύρης κατατάσσει στον τύπο της «ελεούσης» και θεωρεί έργο του τέλους του 16ου ή των αρχών του 17ου αιώνα. Ο Ξενογιάννης την αποδίδει στον τύπο της «Γλυκοφιλούσης», και μη συμφωνόντας με τη χρονολόγηση του Καλοκύρη τη θεωρεί έργο πολύ προγενέστερο του 16ου αιώνα, χωρίς να υποβάλλει ορισμένο χρόνο.

Η ιστορία της Μονής Δήμιοβας, από όσα είναι γνωστά, είναι πολύπαθη. Ο ναός υπήρχε και λειτουργούσε σε ακμή κατά τον 15ο αιώνα, όταν τα κελιά πυρπολήθηκαν το 1463 από τους Τούρκους κατά τον Τουρκοενετικό πόλεμο. Μετά την καταστροφή αποκαταστήθηκε το κτίριο της μονής, ενώ το 1663 έγινε εκ βάθρου ανακαίνιση, οπότε και τοιχογραφήθηκε ο ναός. Όμως, ακολούθησε και άλλη μεγάλη καταστροφή το 1770, κατά την περίοδο των «Ορλωφικών». Οι Ρώσσοι αξιωματικοί Θεόδωρος και Αλέξιος Ορλώφ έφτασαν στην Πελοπόννησο με μικρή ναυτική δύναμη για να κυρήξουν επανάσταση κατά των Τούρκων. Η κίνηση αυτή απέτυχε, με αποτέλεσμα να υποστούν οι κάτοικοι της Πελοποννήσου σφαγές και τρομερές καταστροφές, ανάμεσά τους και η καταστροφή της μονής Δήμιοβας.

Κατά την Ελληνική επανάσταση του 1821, η μονή Δήμιοβας μαζί με τις μονές Βελανιδιάς και Προφήτη Ηλία αποτέλεσαν τόπο συνάντησης των αγωνιστών Γρηγόριου Δικαίου Παπαφλέσσα, Κολοκοτρώνη, Αναγνωσταρά, Νικηταρά και άλλων, ενώ εδώ είχε σχεδιασθεί η απελευθέρωση της Καλαμάτας την 23η Μαρτίου 1821.

Κατά το έτος 1834 η Αντιβασιλεία του Μάουρερ διέλυσε τη Μονή, μαζί με άλλες, αφαιρόντας όλα τα ιερά σκεύη, ιερά άμφια, αναθήματα και αφιερώματα. Οι απεσταλμένοι υπάλληλοι του κράτους επιχείρησαν να αφαιρέσουν κα τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, αλλά οι κάτοικοι των Γιαννιτσάνικων (σημερινό Ελαιοχώρι) αγανάκτησαν, πήραν πίσω την εικόνα και την τοποθέτησαν ξανά στο ναό.

Η ανασύσταση της μονής έγινε επί της Βασιλείας του Όθωνα το έτος 1838, μετά από απαίτηση των κατοίκων της περιοχής.

Οι περιπέτειες της μονής συνεχίσθηκαν κατά την Γερμανική κατοχή, όταν ο Ηγούμενος και οι Μοναχοί εγκατέλειψαν τη μονή για λόγους προσωπικής ασφάλειας. Στις 5 Ιανουαρίου 1948 ένα μέρος της μονής πυρπολήθηκε από αγνώστους και για άγνωστο λόγο, πυρκαγιά την οποία πρόλαβαν να σβήσουν οι κάτοικοι.

Η Μονή Δήμιοβας, υπήρξε ανδρική μέχρι το 1960, όταν και μετατράπηκε σε γυναικεία με απόφαση του Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομου Δασκαλάκη.

Κατά τα έτη 1968-1969 έγινε ριζική ανακαίνιση της Μονής από τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο Θέμελη.

Ιστορικές πληροφορίες για τη Μονή Δήμιοβας υπάρχουν στον «Κώδικα της Υπεραγίας Θεοτόκου Ντίμιοβας – Ανακαινισθέν εις έτους αψιθ’», που φυλάσσεται στο Επισκοπείο της ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, όπου υπάρχουν καταχωρήσεις από το έτος 1664 μέχρι το έτος 1851.

Πηγές:
"Η ιερή Μητρόπολις Μεσσηνίας δια μέσου των αιώνων", Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Θέμελη
"Βυζαντιναί εκκλησίαι της Ι.Μητροπόλεως Μεσσηνίας", Κωνσταντίνου Καλοκύρη



Κλασσικά μνημεία


Αρχαία Μεσσήνη

Η Αρχαία Μεσσήνη είναι μια από τις σημαντικές σε μέγεθος, μορφή και διατήρηση πόλεις της αρχαιότητας, που έχει ακόμη πολλά να προσφέρει. Δεν διαθέτει μόνον ιερά και δημόσια οικοδομήματα, αλλά και οχυρώσεις επιβλητικές και κατοικίες και ταφικά μνημεία. Διαθέτει, εκτός των άλλων, το σπάνιο προνόμιο να μην έχει καταστραφεί ή καλυφθεί από νεότερους οικισμούς και να βρίσκεται σε ένα κατ´ εξοχήν μεσογειακό αλώβητο φυσικό περιβάλλον. Το φυσικό αυτό περιβάλλον συνδυάζει την ορεινή μεγαλοπρέπεια των Δελφών και τη χαμηλή παραποτάμια γαλήνη της Ολυμπίας, με τον δεσπόζοντα γυμνό ασβεστολιθικό όγκο της Ιθώμης, όπου η ακρόπολη, και την χαμηλή εύφορη κοιλάδα γύρω από την αρχαία πόλη. Φτάνει κανεις εκει οδικώς απο Αθήνα ακολουθώντας την οδική αρτηρία Κορίνθου - Τριπόλεως - Μεγαλοπόλεως - Καλαμάτας ή την οδική αρτηρία Κορίνθου - Πάτρα - Πύργος - Κυπαρισσία - Μελιγαλάς. Από την Ολυμπία απαιτεί διαδρομή με αυτοκίνητο μιας περίπου ώρας.

Την αρχαία Μεσσήνη προστάτευε, από τα βορειοανατολικά, σαν φυσικό τείχος το όρος Ιθώμη. Την υπόλοιπη πόλη περιτριγύριζαν πανίσχυρα τείχη μήκους περίπου 9,5 χλμ, που μπορεί κανείς να τα θαυμάσει ακόμα και σήμερα.

Κατηφορίζοντας από το χωριό Μαυρομάτι, συναντούμε το Μουσείο. Περνώντας μέσα από αμπέλια και ελαιώνες, βλέπουμε δεξιά το χώρο του θεάτρου της αρχαίας Μεσσήνης με τους επιβλητικούς αναλημματικούς τοίχους και, αριστερά, την Κρήνη Αρσινόη. Συνεχίζοντας σε ένα στενό μονοπάτι, αντικρίζουμε αριστερά την Αγορά και, αμέσως μετά, τον ιερό χώρο του Ασκληπιείου.

Όλα τα οικοδομήματα της Μεσσήνης έχουν τον ίδιο προσανατολισμό και εντάσσονται μέσα στον κάνναβο που δημιουργείται από οριζόντιους (με κατεύθυνση Ανατολή-Δύση) και κάθετους (με κατεύθυνση Βορρά-Νότου) δρόμους. Το πολεοδομικό αυτό σύστημα είναι γνωστό ως ιπποδάμειο, από τον αρχικό εμπνευστή και δημιουργό του αρχιτέκτονα, πολεοδόμο, γεωμέτρη και αστρονόμο του 5ου αιώνα π.Χ., τον Ιππόδαμο από τη Μίλητο. Αξιοσημείωτο είναι ότι το προκαθορισμένο αυτό σχήμα που στηρίζεται στις αρχές της ισονομίας, της ισοπολιτείας και της ισομοιρίας, στις αρετές δηλαδή του δημοκρατικού πολιτεύματος, και χαρακτηρίζεται από ακραίο γεωμετρισμό, προσαρμοζόταν κάθε φορά στις ειδικές γεωμορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες του τόπου, ενταγμένο αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον. 

Η βασική ιδέα του ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος που πηγάζει από το ιδεώδες της δημοκρατίας είναι: όλοι οι πολίτες να έχουν ισομεγέθη και εξίσου κατάλληλα οικόπεδα και να έχουν πρόσβαση στα δημόσια και ιερά οικοδομήματα, στους κοινόχρηστους δηλαδή χώρους, που επιβάλλονται με τις μνημειακές τους διαστάσεις και τον πλούσιο διάκοσμο. 

Πάνω σε αυτές ακριβώς τις αρχές οικοδομήθηκε το 369 π.Χ. από τον Θηβαίο Επαμεινώνδα και τους Αργείους συμμάχους του η νέα πρωτεύουσα της αυτόνομης Μεσσηνίας, που οφείλει το όνομα της στην πρώτη μυθική προδωρική βασίλισσα της χώρας, τη Μεσσήνη, κόρη του αργείου βασιλιά Τρίοπα και σύζυγο του Λάκωνα Πολυκάονος. 

Στη βασίλισσα Μεσσήνη αποδίδεται κατά την παράδοση και η ίδρυση του ιερού του Διός Ιθωμάτα στην κορυφή της Ιθώμης (Παυσανίας 4.26-33). ΟΠαυσανίας μας πληροφορεί επίσης ότι ήδη επί της βασιλείας του Γλαύκου (10ος αι. π.Χ.) η Μεσσήνη θεοποιείται και λατρεύεται. 

Αναδείχθηκε σε μια από τις κύριες θεότητες της πόλης μαζί με τον Δία Ιθωμάτα στα ελληνιστικά χρόνια (3ος-2ος αι. π.Χ.), όταν κατασκευάστηκε το Ασκληπιείο, όπου συλλατρεύτηκε με τον Ασκληπιό, χθόνια επίσης θεότητα και συνδεόμενη ιστορικά με το προδωρικό παρελθόν της χώρας.


Το θέατρο


Το πρώτο μνημείο που συναντά κανείς κατηφορίζοντας από το Μουσείο προς τον αρχαιολογικό χώρο είναι το θέατρο. Χρησιμοποιόταν και για μαζικές συγκεντρώσεις πολιτικού χαρακτήρα. Μέσα στο θέατρο έλαβε χώρα η συνάντηση του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Ε´ και του Αράτου του Σικυώνιουτο 214 π.Χ. Σύμφωνα επίσης με μαρτυρία του Λιβίου (39.49.6-12), πολλοί κάτοικοι της Μεσσήνης συγκεντρώθηκαν στο θέατρο της πόλης, απαιτώντας να μεταφερθεί εκεί σε κοινή θέα ο περίφημος στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας Φιλοποίμην ο Μεγαλοπολίτης, που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Μεσσήνιους το 183 π.Χ. Το κοίλο εδράζεται σε τεχνητή επίχωση συγκροτούμενη από ισχυρό ημικυκλικό ανάλημμα.

Την εντύπωση της φρουριακής δόμησης ενισχύουν οι υψηλές οξυκόρυφες πυλίδες με τα κλιμακοστάσια ανόδου. Αυτά τα στοιχεία, καθώς και το γεγονός ότι το ανάλημμα του κοίλου ήταν στο σύνολο του ορατό και προσιτό από έξω, καθιστούν το θέατρο της Μεσσήνης ιδιάζουσα περίσωση που προοιωνίζει τα κολοσσιαία θέατρα και αμφιθέατρα της ρωμαϊκής περιόδου. Σώζεται μεγάλο μέρος του δυτικού αναλήμματος του κοίλου, το οποίο φέρει οξυκόρυφες πυλίδες σε κανονικές μεταξύ τους αποστάσεις (ανά 20 μ. περίπου), οι οποίες οδηγούσαν με κλιμακοστάσια προς το άνω διάζωμα. Από εκεί ξεκινούσαν κλιμακοστάσια καθόδου που κατέληγαν οτην ορχήστρα και όριζαν ταυτόχρονα και τις κερκίδες. Η εξωτερική όψη του αναλήμματος είναι κτισμένη όπως ακριβώς οι πύργοι και ο οχυρωματικός περίβολος της πόλης.

Η Κρήνη Αρσινόη
Ανάμεσα στο Θέατρο και την Αγορά, αποκαλύφθηκε μεγάλη Κρήνη. Ο περιηγητής Παυσανίας (4. 31.6) μας πληροφορεί ότι η Κρήνη της αγοράς είχε το όνομα της Αρσινόης, κόρης του μυθικού βασιλιά της Μεσσηνίας Λεύκιππου και μητέρας του Ασκληπιού, και ότι δεχόταν νερό από την πηγή Κλεψύδρα. Η Κρήνη περιλαμβάνει μακρόστενη δεξαμενή μήκους 40μ. περίπου, η οποία βρίσκεται σε μικρή απόσταση μπροστά από αναλημματικό τοίχο. Μεταξύ δεξαμενής και αναλήμματος υπήρχε αβαθής στοά από ιωνικούς ημικίονες. Ημικυκλικό βάθρο (εξέδρα) στο μέσον ακριβώς της δεξαμενής έφερε σύνταγμα χάλκινων ανδριάντων. Δύο ακόμη δεξαμενές βρίσκονται σε χαμηλότερο ελαφρώς επίπεδο από την πρώτη, συμμετρικά τοποθετημένες εκατέρωθεν πλακόστρωτου αίθριου. Η πρόσοψη της πρώτης οικοδομικής φάσης της κρήνης (τέλη 3ου αι. π.Χ.) έκλεινε με δωρική κιονοστοιχία, που καταργήθηκε στη δεύτερη φάση του 1ου αιώνα μ.Χ. 

Στην τρίτη καί τελευταία φάση επισκευών και μετατροπών της Κρήνης, εντάσσεται η προσθήκη τετράγωνων προβόλων (ποδιών), που προεξέχουν συμμετρικά στα άκρα της πρόσθιας πλευράς, στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ,Χ.). Η Κρήνη ακολούθησε την τύχη των υπόλοιπων δημόσιων και ιερών οικοδομημάτων της πόλης, τα οποία εγκαταλήφθηκαν περί το 360-370 μ.Χ. Το ανατολικό τμήμα της Κρήνης παρέμεινε όρθιο και χρησιμοποιήθηκε κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο, όπως δείχνουν οι κατασκευές στην άνω δεξαμενή και το οικοδόμημα (πιθανώς υδρόμυλος) που κτίσθηκε μπροστά από την Κρήνη στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα μ.Χ.

Η Αγορά
Με την Αγορά και συγκεκριμένα με τον ναό του Διός Σωτήρος, το άγαλμα του οποίου μνημονεύει ο Παυσανίας (4.31. 6), πρέπει να σχετίζονται θραύσματα θωρακίου από ντόπιο ψαμμιτικό επιχρισμένο πωρόλιθο, που φέρουν μέσα σε ρομβοειδές πλαίσιο τον φτερωτό κεραυνό του Διός. Από τον ναό του Ποσειδώνος, που επίσης μνημονεύει ο Παυσανίας, προέρχονται διάσπαρτα πώρινα δωρικά μέλη και ανάγλυφες μετόπες, μια από τις οποίες, του 3ου αιώνα π.Χ., εικονίζει τη δεμένη σε βράχο Ανδρομέδα και τον δράκοντα φύλακα της. Μια άλλη παριστάνει σε ανάγλυφο, επίσης του 3ου αιώνα π.Χ., θαλάσσιο ίππο με κολοσσιαία στριφογυριστή ψαροουρά, που φέρει στη ράχη του Τρίτωνα ή Νηρηίδα. Το ιερό του Διός Σωτήρα, έχει ήδη έλθει στο φως και περιλαμβάνει ναό δωρικού ρυθμού στο μέσο, περιβαλλόμενο από στοές, όπως στο ομώνυμο ιερό του θεού στη Μεγαλόπολη.

Το Ιερό της Δήμητρας και των Διόσκουρων
Στο ΝΔ πέρας της Αγοράς, κοντά στο Ασκληπιείο αποκαλύφθηκε οικοδόμημα, διαστάσεων 24x24 μ. Η ανασκαφή στο εσωτερικό του έφερε στο φως τα θεμέλια λατρευτικού κτίσματος του 4ου-3ου αιώνα π.Χ., περιβαλλόμενου από προσκτίσματα. Κάτω από τα δάπεδα των χώρων του κεντρικού κτίσματος αποκαλύφθηκε τεράστιος αριθμός πήλινων αναθηματικών πλακιδίων και ειδωλίων, των οποίων το θεματολόγιο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Τα πλακίδια είχαν απορριφθεί μαζί με τα θράυσματα αγγείων και οστά ζώων μέσα σε κοιλότητες του φυσικού πετρώματος. Είναι βέβαιο ότι το ιερό ήταν αφιερωμένο στη λατρεία Ήρωος αρχικά και γυναικείας χθόνιας θεότητας-της Δήμητρας- σε συνέχεια. Ο Παυσανίας (4.31.10) αναφέρει «ίερόν Δήμητρας άγιον» και αγάλματα Διόσκουρων στη Μεσσήνη, το οποίο, σύμφωνα με τη σειρά που ακολουθεί στην περιγραφή των μνημείων, πρέπει να βρισκόταν στα νότια της Αγοράς κοντά στο Ασκληπιείο, όπου βρίσκεται το ιερό που περιγράφουμε. Στην οικοδομική επιγραφή των χρόνων του Αυγούστου-Τιβερίου από το Σεβάστειο αναφέρεται και επισκευή του ιερού της Δήμητρας.

Το Ασκληπιείο
O Παυσανίας παρουσιάζει το Aσκληπιείο ως μουσείο έργων τέχνης, κυρίως αγαλμάτων και όχι ως συνηθισμένο τέμενος θεραπείας ασθενών. Ήταν ο επιφανέστερος χώρος της Mεσσήνης, κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης, που λειτουργούσε παράλληλα με την παρακείμενη αγορά. Περισσότερα από 140 βάθρα για χάλκινους ανδριάντες πολιτικών κυρίως προσώπων και πέντε εξέδρες περιβάλλουν το δωρικό ναό και το βωμό, ενώ πολλά είναι τοποθετημένα και κατά μήκος των στοών. Ένας σχεδόν τετράγωνος υπαίθριος χώρος (71,91X66,67μ.) πλαισιώνεται εσωτερικά από τέσσερις στοές, ανοιχτές προς τον κεντρικό υπαίθριο χώρο. Kάθε στοά της βόρειας και νότιας πλευράς είχε στην πρόσοψη 23 κίονες κορινθιακούς που στήριζαν θριγκό, αποτελούμενο από ιωνικό επιστύλιο και από ζωφόρο με ανάγλυφα βουκράνια στολισμένα εναλλάξ με ανθοπλοκάμους και ρόδακες. Όμοιες ήταν και οι στοές της ανατολικής και δυτικής πλευράς, αλλά με 21 κίονες η καθεμία. Σε κάθε στοά υπήρχε δεύτερη εσωτερική κιονοστοιχία με 14 κίονες στην βόρεια και τη νότια πλευρές και 13 στην ανατολική και δυτική.

Στην ανατολική πτέρυγα της περίστυλης αυλής βρίσκεται συγκρότημα τριών οικοδομημάτων: το μικρό στεγασμένο θεατροειδές Eκκλησιαστήριο, το Πρόπυλο, το Συνέδριον ή Bουλευτήριο και η αίθουσα Aρχείου του Γραμματέως των Συνέδρων. Kατά μήκος της δυτικής πτέρυγας βρίσκεται σειρά δωματίων-Oίκων που σύμφωνα με την περιγραφή του Παυσανία περιείχαν αγάλματα των εξής θεοτήτων κατά σειρά από Nότο προς Bορρά: Aπόλλωνος και Mουσών , Hρακλή-Θήβας-Eπαμεινώνδα (Oίκος N), Tύχης (Oίκος M), Aρτέμιδος Φωσφόρου (Oίκος K).

Tη βόρεια πτέρυγα του Aσκληπιείου κλείνει μεγάλο διμερές οικοδόμημα κτισμένο πάνω σε υψηλό πόδιο, προσιτό από κεντρικό μνημειώδες κλιμακοστάσιο που στο βόρειο πέρας του καταλήγει σε πρόπυλο με αετωματική επίστεψη.Oι δύο αίθουσες του οικοδομήματος, δεξιά και αριστερά από το βόρειο κλιμακοστάσιο, που διαιρούνται πανομοιότυπα σε πέντε δωμάτια, έχουν ταυτισθεί με το Σεβάστειον ή Kαισαρείον των επιγραφών. Ήταν αφιερωμένες στη λατρεία της θεάς Pώμης και των αυτοκρατόρων. Στο ανατολικό άκρο της βόρειας πτέρυγας, στο επίπεδο της στοάς βρίσκεται ο επιμελούς κατασκευής Oίκος H με βάθρο αγαλμάτων. H ανέγερση του συγκροτήματος του Aσκληπιείου, που πρέπει να συντελέστηκε αμέσως μετά τα γεγονότα του 215/14 π.X., φαίνεται ότι εντάσσεται σε ένα μεγαλόπνοο οικοδομικό πρόγραμμα, κατά το πρότυπο της αθηναϊκής Aκροπόλεως, με στόχο την προβολή των Mεσσηνίων ως ιδιαίτερου έθνους στην Πελοπόννησο και με βαθιές ρίζες στο προδωρικό και το δωρικό παρελθόν της χώρας. Όλα σχεδόν τα γλυπτά του οικοδομικού συγκροτήματος του Aσκληπιείου ήταν έργα του γλύπτη Δαμοφώντα, με εξαίρεση το χρυσόλιθο άγαλμα της Mεσσήνης και το σιδερένιο του Eπαμεινώνδα (Παυσ. 4.31.10).

Ο μεγάλος Δωρικός ναός
Το μεγαλύτερο μέρος του κεντρικού υπαίθριου χώρου του Ασκληπιείου καταλαμβάνεται από τον επιβλητικό δωρικό περίπτερο ναό και το μεγάλο βωμό του. Ο ναός ήταν περίπτερος δωρικός (6X12 κίονες) με πρόναο και οπισθόδομο, που ο καθένας τους έφερε δύο κίονες μεταξύ παραστάδων. Οι εξωτερικές διαστάσεις του μνημείου είναι 13,67X27,94 μ., ενώ το συνολικό του ύψος ήταν 9 μ. περίπου. Εδράζεται σε τρίβαθμη κρηπίδα. Στην ανατολική του πλευρά όπου η είσοδος υπάρχει ράμπα. Ο σηκός, ο πρόναος και ο οπισθόδομος είναι κτισμένοι από τοπικό ασβεστόλιθο, ενώ το πτερό από επιχρισμένο ψαμμιτικό λίθο. Το άδυτο χωριζόταν από το υπόλοιπο τμήμα του ναού με θωράκιο και στο βάθος του υπήρχε γλυπτική λατρευτική σύνθεση, το χρυσόλιθο άγαλμα της θεάς Μεσσήνης. Αφιερώματα που προσιδιάζουν στη λατρεία του θεραπευτή θεού Ασκληπιού δεν βρέθηκαν. Επιβεβαιώνεται μάλλον η άποψη ότι ο Ασκληπιός της Μεσσήνης δεν είχε προέχουσα τη θεραπευτική ιδιότητα, αλλά την πολιτική, εκείνη του "Μεσσήνιου πολίτη" (Παυσ. 4. 26, 7). Είχε τη θέση του μέσα στο γενεαλογικό δέντρο των μυθικών βασιλέων της Μεσσηνίας, τόσο των πριν όσο και των μετά την κάθοδο των Ηρακλείδων στην Πελοπόννησο. Μητέρα του ήταν η Αρσινόη, κόρη του Λευκίππου, που έδωσε το όνομα της και στην Κρήνη Αρσινόη της αγοράς.

Το Εκκλησιαστήριο
Eίναι μικρή θεατρική κατασκευή με κοίλο εγγεγραμμένο σε ορθογώνιο κέλυφος και κυκλική ορχήστρα, διαμέτρου 9,70 μ. σκηνή, πλάτους 21 μ., είχε προσκήνιο με τρί ανοίγματα μπροστά και κλιμακοστάσιο εξόδου στο ανατολικό άκρο του. Tο κοίλο σχήματος μεγαλύτερου του ημικυκλίου, χωρίζεται με διάζωμα σε άνω και κάτω. Tο καλύτερα σωζόμενο κάτω κοίλο απαρτίζεται από έντεκα σειρές λίθινων εδωλίων και χωρίζεται σε τρεις κερκίδες με δύο κλιμακοστάσια. Δύο ακόμη κλίμακες ανόδου υπάρχουν στα άκρα του κοίλου κοντά στις παρόδους. Δύο είσοδοι από την πλευρά της ανηφορικής οδού στα ανατολικά οδηγούν η μία στην ορχήστρα με κλιμακοστάσιο καθόδου και η άλλη απευθείας στο διάζωμα μεταξύ κάτω και άνω κοίλου. Tο κοίλο περιβάλλεται από ισχυρό αναλημματικό τοίχο, ο οποίος κατά την ανατολική και βόρεια πλευρά είναι κτισμένος στο κάτω μέρος του με λείους ορθοστάτες, ενώ στο άνω με το ψευδοϊσόδομο κυφωτό σύστημα, που απαντά και στην Πριήνη της Mικράς Aσίας.

Σκεπαστό κλιμακοστάσιο στη BΔ γωνία του αναλήμματος οδηγούσε στο ανώτατο διάζωμα του κοίλου από τη βόρεια πλευρά. Στο ανατολικό άκρο της ορχήστρας, μπροστά στο κλιμακοστάσιο που οδηγεί στην ανατολική είσοδο του οικοδομήματος, τοποθετήθηκε τον 2ο αιώνα μ.X. μεγάλο βάθρο έφιππου αδριάντα από χαλκό προς τιμήν του ελλαδάρχη Σαιθίδα.

Tο Πρόπυλο οδηγεί από την ανηφορική ανατολική οδό στο χαμηλότερα εκτεινόμενο Aσκληπιείο. Στο μέσον περίπου του μήκους του έφερε εγκάρσιο τοίχο με τρεις θύρες, μια μεσαία μεγαλύτερη και δύο μικρότερες στα άκρα, των οποίων διατηρούνται τα κατώφλια με τις εγκοπές για τους σύρτες και τις στρόφιγγες, καθώς και για τη στερέωση των ξύλινων παραστάδων. Στα ανατολικά του τοίχου υπήρχε πρόσταση από τέσσερις τετράγωνους πεσσούς που στήριζαν ιωνικούς κίονες. Mεταξύ της εξωτερικής πεσσοστοιχίας και του εγκάρσιου τοίχου με το τρίθυρο διασώθηκε το δάπεδο αποτελούμενο από μεγάλες τετράγωνες λίθινες. H πρόσταση που έβλεπε προς το Aσκληπιείο έφερε δύο κίονες κορινθιακού ρυθμού. Στην ύστερη αρχαιότητα (3ος/4ος αι. μ.X.) η δυτική αυτή πρόσταση είχε επισκευασθεί πρόχειρα. Oι δύο ανόμοιες βάσεις κορινθιακών κιόνων που διατηρούνται στη θέση τους προέρχονται από την μεταγενέστερη αυτή επισκευή.



Οι Οχυρώσεις
H Iθώμη ήταν το ισχυρότερο φυσικό και τεχνητό οχυρό της Mεσσηνίας, που ήλεγχε τις κοιλάδες της Στενυκλάρου προς Bορράν και της Mακαρίας προς Nότον. Aπό τα σωζόμενα ίχνη του προσδιορίζεται με ακρίβεια η πορεία που ακολουθεί σε μήκος 9,5 χλμ.

Xρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι ορθογώνιοι ασβεστόλιθοι λατομημένοι επί τόπου πάνω στον βραχώδη όγκο της Iθώμης, όπου σώζονται πολλές θέσεις με ίχνη εξόρυξης. Oχυρωμένη ήταν και η κορυφή της Iθώμης, όπου βρισκόταν η ακρόπολη και το ιερό του Διός Iθωμάτα. Oι πύργοι είναι κατά κανόνα τετράγωνοι με εξαίρεση έναν πεταλόσχημο και έναν κυκλικό πύργο.




Η Λακωνική Πύλη
H ανατολική Λακωνική Πύλη δεν σώζεται. Kαταστράφηκε κατά τη διάνοιξη προς τη νέα μονή Bουλκάνο ήδη τον 18ο αιώνα. Στην εσωτερική NA γωνία του περιβόλου της νέας μονής βρίσκονται εντοιχισμένα ένα ανάγλυφο Aρτέμιδος και τα άκρα πόδια μαρμάρινου ανδρικού αγάλματος.

Η Αρκαδική Πύλη
Σώζεται αρκετά καλά και αποτελεί το σήμα κατατεθέν της πόλης από την εποχή των πρώτων περιηγητών που την απεικόνισαν επανειλημμένα στις χαλκογραφίες τους. Aποτελεί κατασκευή μνημειακών διαστάσεων, χτισμένη με ασβεστολιθικές ορθογώνιες πέτρες τεραστίων διαστάσεων, πουπροκαλούν δέος στον επισκέπτη.

Eίναι κυκλική και φέρει δύο εισόδους, μια διπλή εσωτερική και μια εξωτερική. Δύο τετράγωνοι πύργοι προστάτευαν από δεξιά και αριστερά την εξωτερική είσοδο. Στον εσωτερικό κυκλικό χώρο υπάρχει ανά μία κόγχη δεξιά και αριστερά της εισόδου, όπου ήταν στημένες ερμαϊκές στήλες. O θεός Eρμής εκτός των άλλων είχε και την ιδιότητα του Προπυλαίου, του προστάτη δηλαδή των πυλών. Πάνω από την βόρεια κόγχη του Eρμή η επιγραφή: Kόϊντος Πλώτιος Eυφημίων επεσκεύασεν.

Οι ανασκαφές
H Aρχαιολογική Eταιρεία άρχισε συστηματικές ανασκαφικές έρευνες στην αρχαία Mεσσήνη το 1895 με τον Σάμιο αρχαιολόγο και μετέπειτα πολιτικό Θεμιστοκλή Σοφούλη. Oι ανασκαφές συνεχίστηκαν το 1909 και το 1925 από τον Γεώργιο Oικονόμο. Aκολούθησαν οι πολυετείς έρευνες και ανασκαφές του Σουηδού αρχαιολόγου N. Valmin στη Mεσσηνία, καρπός των οποίων υπήρξαν δύο βασικά συγγράμματά του, ένα για τις επιγραφές της Mεσσηνίας (Lund 1929) και ένα δεύτερο για τις τοπογραφικές του έρευνες στην Mεσσήνία (Lund 1930).

Tο 1957 ανέλαβε τις ανασκαφές στην αρχαία Mεσσήνη ο τότε γραμματέας της Aρχαιολογικής Eταιρείας, ακαδημαϊκός Aναστάσιος Oρλάνδος, που εργάστηκε ως το 1974. Mε τις ανασκαφές του ίδιου και των προκατόχων του ήλθε στο φώς το μεγαλύτερο μέρος του οικοδομικού συγκροτήματος του Aσκληπιείου.

Tο 1986 το Συμβούλιο της Aρχαιολογικής Eταιρείας ανέθεσε στον καθηγητή Πέτρο Θέμελη τη διεύθυνση των ανασκαφών της αρχαίας Mεσσήνης. Oι ανασκαφικές έρευνες με παράλληλες εργασίες στερέωσης και αναστήλωσης των μνημείων συνεχίζονται από το 1987 ως σήμερα με ταχύτερους προοδευτικά ρυθμούς. Έχουν φέρει στο φως όλα τα δημόσια και ιερά οικοδομήματα της πόλης που είδε και περιέγραψε ο Παυσανίας στη Mεσσήνη, όταν την επισκέφθηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Aντωνίνου του Σεβαστού (155-160 μ.X).



Το Ανάκτορο του Νέστορος


Ο λόφος του Επάνω Εγκλιανού βρισκεται στη δυτική πλευρά του δημόσιου δρόμου, 4 χμλ. περίπου νότια της Χώρας και 17 χμλ. βόρεια της Πύλου. το ύψωμα, που το μεγαλύτερο μήκος του είναι περίπου 170 μ. από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά, και το πλάτος του όχι περισσότερο από 90 μ., ορθώνεται απότομα σε όλες τις πλευρές του, σε ύψος από 4 μέχρι 7 μ. Μόνο στην ανατολικώτερη άκρη του, ένα σχετικά στενό πλάτωμα βρίσκεται κάπως χαμηλότερα, αλλά με δυσκολία ανέβαινε κανείς ακόμη και απο εκεί, μέχρι το 1952, οπότε ανοίχτηκε μια ανηφορική πρόσβαση στην απότομη πλευρά του λόφου.

Το ύψωμα αρχικά είχε κατοικηθεί στην Μεσοελλαδική εποχή, αλλά σίγουρα πριν χτιστεί το ανάκτορο η κορυφή του λαξεύτηκε και ισοπεδώθηκε. Από τότε (αρχές περίπου του 13ου αιώνα π.Χ.) ο λόφος φαίνεται πως προοριζόταν αποκλειστικά για βασιλική εγκατάσταση, με το κύριο συγκρότημα του ανακτόρου και τα βοηθητικά του διαμερίσματα. Πιο κάτω, στις πλαγιές και τα πλατώματα, στα βορειοδυτικά, νοτιοδυτικα και νοτιοανατολικά του λόφου απλώνόταν η πόλη. Σε μικρήν απόσταση, προς τα βόρεια και νότια της ακρόπολης, υπάρχουν βασιλικοί θολωτοί τάφοι, και σε μια ράχη που κατεβαίνει προς τα δυτικά βρέθηκαν οι θαλαμοειδείς τάφοι των κοινών θνητών.

Το ανάκτορο έχει έκταση λίγο μεγαλύτερη απο το νοτιοδυτικό μισό του λόφου, ενώ το βορειοανατολικό μέρος δαίνεται πως έμεινε ελεύθερο, χωρίς μεγάλα κτήρια, όπως και στην Τίρυνθα. Οχυρωματικό τείχος, σύγχρονο με το ανάκτορο, δε βρέθηκε στον Επάνω Εγκλιανό, αν και υπάρχει ένα αρχαιότερο περιφερικό τείχος στη βορειότερη άκρη του. Τα απότομα όμως άκρα του ίδιου του λόφου σχημάτιζαν απ´ όλες τις πλευρές μια φυσική αμυντική γραμμή που δύσκολα θα μπορούσε να την περάσει ο εχθρός.
Το Ανάκτορο είναι ένα συγκρότημα από διάφορα κτήρια. Το κεντρικό Κτήριο, περισσότερο από 50 μ. μήκος και 32 μ. πλάτος, ήταν σίγουρα η βασιλική κατοικία. 

Στα νοτιοδυτικά, μια άλλη κτηριακή εγκατάσταση, μικρότερη απ´ το Κεντρικό Κτήριο αλλά αρκετά μεγάλη, είναι ίσως ο παλαιότερος πυρήνας του συγκροτήματος, σύμφωνα με τη χρονολόγηση που δίνει η κατασκευή του, αλλά οπωσδήποτε, και τα δύο χρησίμευσαν ως χώρος κατοικήσιμος οόκληρο τον 13ον αιώνα, ώσπου καταστράφηκαν γύρω στα 1200 π.Χ. 

Εκτός απο τα καθαυτό κατοικήσιμα δωμάτια, τις αποθήκες και τις σκευοθήκες, το καθένα απότα δύο μεγάλα κτηριακά συγκροτήματα είχε τα επίσημα διαμερίσματά του, καθώς και μία ξέχωρη αποθήκη κρασιού, που βρισκόταν στο πίσω μέρος και προς τα δεξιά του καθενός. Υπήρχε, επίσης, στα βορειοανατολικά, ένα ανεξάρτητο αρκετά μεγάλο κτήριο, που μπορούσε να ήταν εργαστήριο. Εκεί φαίνεται πως αποθηκεύονταν εξαρτήματα αρμάτων και γίνονταν επισκευές σε μετάλλινα και δερμάτινα είδη. Στα βορειοδυτικά του Εργαστηρίου, ανάμεσα σ´ αυτό και στην αποθήκη του κρασιού και πίσω από το Κεντρικό Κτήριο, υπήρχαν επίσης μερικά μικρότερα κτίσματα, καταλύματα ίσως για τους σκλάβους και τους υπηρέτες.

Αρχιτεκτονική
Για την κατασκευή του ανακτόρου χρησιμοποιήθηκε σε όλα τα τμήματα άφθονα το ξύλο. Ακόμη και οι πέτρινοι τοίχοι είχαν χτιστεί με σύστημα ξυλοδεσιάς. Επίσης, οι κίονες, τα πλαίσια για τις πόρτες, τα φατνώματα, οι οροφές και οι στέγες ήταν φτιαγμένα απ΄ξύλο βασικά και αυτή ακριβώς η πληθώρα του εύφλεκτου υλικού εξηγέι την καταστρεπτική μανία της φωτιάς που αφάνισε το ανάκτορο. Σε όλες τις πλευρές του ανακτόρου, για τις προσόψεις των εξωτερικών τοίχων χρησιμοποιήθηκαν λαξευμένοι ορθογώνιοι πωρόλιθοι. Οι εσωτερικοί τοίχοι χτίστηκαν κυρίως από κοινές, ακατέργαστες, μικρές ή μεγαλύτερες πέτρες, αν και χρησιμοποιήθηκαν μαζί και μεγάλα αγκωνάρια. Οι εσωτερικοί τοίχοι είχαν επίχρισμα από ασβεστοκονίαμα και οι σπουδαιότεροι χώροι ήταν στολισμένοι με τοιχογραφίες.

Τα δύο συγκροτήματα είχαν και δέυτερο όροφο, προσιτό με κλιμακοστάσια. Οι τοίχοι των επάνω ορόφων ήτανε χτισμένοι με ωμές πλίθρες βαλμένες και αυτές μέσα σε σκελετό ξυλοδεσιάς. Η στέγη πρέπει να ήταν διαμορφωμένη σε "ταράτσες", ίσως σε δύο η περισσότερα επίπεδα. Επάνω από την Αίθουσα του Θρόνου, η στέγη σίγουρα θα ήτανε ψηλότερη από ό,τι στις πλαϊνές πλευρές.

Κεντρικό Κτίριο
Η κύρια είσοδος προς το Κεντρικό Κτίριο του ανακτόρου βρισκόταν στη νοτιοανατολική πλευρά και έφτανε κανείς εκεί περνώντας από μία ευρύχωρη υπάιθρια αυλή στρωμένη με κονίαμα. Η είσοδος ήταν ένα απλό Πρόπυλο με ένα κίονα εμπρός κι άλλον ένα πίσω σε κάθε πρόσοψη. 


Σώζονται οι πέτρινες βάσεις των κιόνων περιτριγυρισμένες με ζωνάρια από το κονίαμα που διακοσμούσε το κάτω μέρος της κολώνας Οι κίονες ήταν ξύλινοι, με 64 ραβδώσεις, όπως δείχνουνε τα αποτυπώματα που μείνανε στα περιζώματα. Καθώς μπαίνει κανείς στο εξωτερικό Πρόπυλο συναντά αριστερά τη θέση του φρουρού, που φύλαγε την κύρια είσοδο, και την πόρτα που οδηγούσε στα δύο μικρά συνεχόμενα δωμάτια, όπου μάλλον ήταν εγκατεστημένος ο εντεταλμένος για την είσπραξη των φόρων. 

Στα δύο αυτά δωμάτια βρέθηκαν σχεδόν χίλιες πινακίδες και θραύσματα, με επιγραφές στη γραμμική Β γραφή. Τον Ιούνιο του 1952 ο Michael Ventris πέτυχε να αποκρυπτογραφήσει τη Γραμμική Β γραφή, που αποδείχτηκε πως ήταν ένα παλαιότερο είδος ελληνικής γραφής. Τα κείμενα, που μπορούν τώρα σε σημαντικό μέρος τους να διαβαστούν, είναι λογιστικές καταστάσεις του διοικητικού γραφείου του ανακτόρου.

Περνώντας την είσοδο μπαίνουμε στην εσωτερική υπαίθρια Αυλή. Απέναντι υψωνόταν το Προστώο των επισήμων διαμερισμάτων, με δύο κίονες στην πρόσοψή του ανάμεσα στις παραστάδες. Αριστερά, ήταν δύο άλλα συνεχόμενα δωμάτια, πιθανώς το ένα αποθήκη για τρόφιμα και το άλλο Δωμάτιο Αναμονής, όπου μπορούσαν οι επισκεπτες να παραμένουν ώσπου να παρουσιαστούν στον βασιλέα. 


Tο Δωμάτιο Αναμονής ήταν εφοδιασμένο με ένα θρανίο που είχε επίχρισμα απο κονίαμα με γραπτή διακόσμηση. Εδώ μπορούσαν να κάθονται οι ξένοι περιμένοντας να τους καλέσουν. Στη γωνία υπήρχε ένα πήλινο βάθρο με ζωγραφιές πάνω στο κονίαμά του. Πειρείχε δύο μεγάλους πίθους μάλλον για κρασί. Το διπλανό δωμάτιο ήταν αποθήκη τροφίμων με εκατοντάδες κύλικες πάνω σε ξύλινα ράφια. Θα προσφέραν, λοιπόν, αναψυκτικά στους επισκέπτες την ώρα που περίμεναν. Οι κύλικες, αλλοιωμένες και υαλοποιημένες από τη μεγάλη θερμότητα, βρίσκονται τώρα σε σωρό πάνω στο δάπεδο, όπως έπεσαν, όταν κάηκαν τα ράφια με την πυρκαϊά που κατέστρεψε το ανάκτορο.

Όταν έφτανε η ώρα της παρουσιάσεως, κατευθύνονταν οι επισκέπτες προς την Αίθουσα με τις δύο κολώνες. Απ´ αυτές σώζονται μόνον οι πέτρινες βάσεις. Οι τοίχοι εδώ φάινεται πως ήταν πλούσια διακοσμημένοι με ξύλινες επενδύσεις και φατνώματα. Δεξιά, πλάι στην είσοδο, υπάρχει η θέση για έναν άλλο φρουρό ή υπηρέτη. Από την πύλη μπαίνουμε στον Πρόδομο, που σαν την Αίθουσα, είχε πάτωμα επιχρισμένο με κονίαμα ζωγραφιστό και τοίχους με ζωηρόχρωμες τοιχογραφίες. Απέναντι, υπήρχε μια ακόμη πύλη, που την φύλαγε άλλος φρουρός. Από κει έμπαινε κανείς, στον επισημότερο ανακτορικό χώρο, την Αίθουσα του Θρόνου.

Στο κέντρο βρίσκεται η μεγάλη λατρευτική εστία. Είναι πήλινη, επιχρισμένη με κονίαμα και υψώνεται περίπου 0,20 μ. από το δάπεδο. την πλαισίωναν τέσσερεις ξύλινοι κίονες σε συμμετρική λίγο-πολύ διάταξη, με λίθινες βάσεις, που στηρίζαν υπερώο και ψηλό φωταγωγό ή οπαίο. το τελευταίο θα χρησίμευε για φωτισμό καιαερισμό, καθώς και για να φεύγει ο καπνός της εστίας από μια καπνοδόχο φτιαγμένη από δύο πήλινους σωλήνες, που περνούσαν μέσα από τη στέγη. 


Ο βασιλικός θρόνος βρισκόταν στη μέση σχεδόν του δεξιου τοίχου, αντικρυστά στην εστία. Ήταν κατασκευασμένος από φθαρτό υλικό, μάλλον ξύλο, αναμφίβολα διακοσμημένο με ελεφαντόδοντο ή άλλου είδους ένθετο υλικό, που από τη φωτιά δε σώθηκε κανένα ίχνος του. 


Η πλατειά αυτή αίθουσα (12,90 μ. μήκος και 11,20 μ. πλάτος), ήταν φωτεινή και χαρούμενη με πολύχρωμη διακόσμηση. Το πάτωμα ήταν χωρισμένο σε τετράγωνα, που το καθένα είχε γραμμικά κοσμήματααπό κόκκινο, γαλάζιο, κίτρινο, άσπρο, μαύρο, ίσως και άλλα ακόμη χρώματα, ενώ μπροστά στο θρόνο υπήρχε, με σχετική φυσικότητα ζωγραφισμένο, ένα μεγάλο χταπόδι.

Η εστία έφερε επίσης ζωγραφιστή διακόσμηση: συμβολικές φλόγες στο μέτωπο του αναβαθμού, και οδοντωτό κόσμημα στο στενό του χείλος. Επίσης, συνεχή σπείρα στο ελαφρά υπερυψωμένο πλατύ περιθώριο που περίζωνε τη θέση για τη φωτιά. Κοντά στην εστία και δίπλα στη βάση του δυτικού κίονα βρέθηκε πήλινη τράπεζα προσφορών, επιχρισμένη με κονίαμα. Οι κίονες, με τις 32 ραβδώσεις τους, καθώς και όλα τα ξύλινα τμήματα της οροφής και του υπερώου ήτανίσως διακοσμημένα με ζωηρά χρώματα. Νωπογραφίες σκέπαζαν τους τοίχους σε όλες τις πλευρές της αίθουσας. 



Έτσι, το βασιλικό θρόνο φρουρούσαν δύο όμοιοι αντικρυστοί γρύπες, που ο καθένας πίσω του, σε βάθος, είχε και από ένα λιοντάρι. Κοντά στην ανατολική γωνία της αίθουσας βρέθηκαν κομμάτια από τοιχογραφία που εικονίζει ανδρική μορφή να παίζει λύρα καθισμένη πάνω σε βράχο.

Δίπλα στο βασιλικό θρόνο, στα δεξιά του βασιλέως, υπάρχει στο δάπεδο μια ιδιόμορφη κατασκευή: ένα ρηχό κοίλωμα, όμοιο με λεκάνη, από όπου ένα στενό αυλάκι σε σχήμα V οδηγεί σε δεύτερο όμοιο κοίλωμα, κάπως χαμηλότερο, και 2 μ. περίπου μακρύτερα απο το πρώτο. Χρησίμευε ίσως για να διευκολύνει το βασιλέα να κάνει σπονδές στους θεούς -τελετή που συχνά μνημονεύεται στα Ομηρικά έπη- χωρίς να κατεβαίνει από τον θρόνο του.

Τα στενά επιμήκη ανοίγματα που φάινονται κατ´ αποστάσεις στους τοίχυος της Αίθουσας του Θρόνου αρχικά περιείχαν μέρος από τα μεγάλα κατακόρυφα και οριζόντια δοκάρια της ξυλοδεσιάς που στη μυκηναϊκή αρχιτεκτονική αποτελούσε τον στερεό σκελετό των τοίχων. Αυτά ίσως να ήταν ορατά στην αρχή, στην πρόσοψη των τοίχων, ενώ στις υστερώτερες δάσεις του ανακτόρου καλύπτονταν με κονίαμα. Είναι ολοφάνερο ότι τα ξύλινα δοκάρια βοήθησαν πολύ στην επέκταση της φωτιάς που κατέστρεψε το ανάκτορο και ασβεστοποίησε μεγάλο μέρος από τις πέτρες της τοιχοδομίας.

Αρχικά, φαίνεται πως υπήρχε σε κάθε πλευρά της Αίθουσας του Θρόνου ένας μακρύς διάδρομος που οδηγούσε στους διάφορους παράπλευρους χώρους. Ο διάδρομος αριστερά, δηλαδή στη νοτιοδυτικη πλευρά, χωρίστηκε αργότερα με εγκάρσιους τοίχους σε πρόσθετους χώρους. Τα πέντε μικρά δωμάτια στη δυτική γωνία του κτηρίου βρέθηκαν γεμάτα από σπασμένα αγγεία και σίγουρα ήταν αποθήκες, όπου φυλάγονταν τα περισσότερα οικιακά σκεύη του ανακτόρου. Ο μακρόστενος χώρος, δίπλα στην Αίθουσα του Θρόνου, περιείχε πολλά μεγάλα αγγεία διαφόρων σχημάτων, πλήθος από μικροσκοπικά αναθηματικά αγγεία, καθώς και τμήμα τράπεζας προσφορών. Το δωμάτιο προς τα αριστερά, που κάποτε είχε σε όλες τις πλευρές του ξύλινα ράφια, περιείχε ακριβώς 2.853 κύπελλα ή κύλικες με υψηλο πόδι, όλα σπασμένα και θρυμματισμένα. Οι άλλες τρεις αποθήκες ήταν κι αυτές γεμάτες με οικιακά σκεύη σε διάφορα μεγέθη και σε 23 τουλάχιστον διαφορετικά σχήματα. Ο συνολικός αριθμός των αγγείων που βρέθηκαν σ΄αυτούς τους χώρους ξεπέρασε τις 6.000.

Πίσω από την Αίθουσα του Θρόνου υπάρχουν δύο μεγάλες αποθήκες, όπου φυλαγόταν το λάδι σε πιθάρια, βαθειά τοποθετημένα σε πήλινα πεζούλια επιχρισμένα με κονίαμα. Βρέθηκαν 17 πιθάρια στο δωμάτιο 23 και 16 στο δωμάτιο 24. Πολλές πινακίδες, ολόκληρες ή κομμάτια, σχετικές με τις διάφορες ποσότητες του αποθηκευμένου λαδιού, βρέθηκαν στο δωμάτιο 23, σκορπισμένες στα πεζούλια και στο πάτωμα. 


Αξίζει να σημειωθεί ότι η λέξη έ λ α ι ο ν (ELAWON) που εμφανίζεται στις πινακίδες είναι κυριολεκτικά η ίδια που και σήμερα ύστερα από τρεις χιλιάδες χρόνια και πλέον χρησιμοποιείται στη νέα Ελληνική γλώσσα. Στη βορειοανατολική πλευρά της Αίθουσας του Θρόνου υπάρχει ένας μακρύς διάδρομος. Μια διακλάδωσή του, στη βορεινή γωνία του κτηρίου, οδηγούσε σε αποθήκη λαδιού όπου βρέθηκαν, στη θέση τους, υπολείμματα από 16 μέγάλα πιθάρια.

Απέναντι από την Αίθουσα του Θρόνου, στα δεξιά, υπάρχει σειρά από πέντε δωμάτια διαφορετικών διαστάσεων. Το βορειοδυτικότερο περιείχε δώδεκα πιθάρια για λάδι και πουάριθμα μικρότερα άλλων σχημάτων αγγεία. Πολλά από αυτά είχαν γραπτή διακόσμηση και φαίνεται πως σ´ αυτή την αποθήκη φυλαγόταν η καλύτερη ποιότητα λαδιού. Τα άλλα δωμάτια αυτής της σειράς πρέπει να ήταν άδεια την ημέρα της πυρκαϊάς ή είχαν αποθηκευμένα φθαρτά υλικά. Αλλά λίγο πάνω από το δάπεδο του μεσαίου δωματίου, στην επίχωση, βρέθηκαν πολλά μικρά θραύσματα από ελεφαντόδοντο, καμμένα και μαυρισμένα από τη φωτιά και πολύ σπασμένα. Σίγουρα είχαν πέσει απο το επάνω δωμάτιο και ανήκαν μάλλον σε χτένια, βούρτσες και κοσμηματοθήκες των κυριών του ανακτόρου, που θα είχαν τα διαμερίσματά τους στο επάνω πάτωμα.

Στο διάδρομο και απέναντι σχεδόν από την πλάγια πόρτα του Προδόμου, που βρίσκεται μπροστά στην Αίθουσα του Θρόνου, διατηρούνται στη θέση τους οχτώ πέτρινα σκαλοπάτια του κλιμακοστασίου, που οδηγούσε στον επάνω όροφο. Οι μετρήσεις που έγιναν στα σκαλοπάτια αυτά και οι υπολογισμοί για τον απαραίτητο για τη σκάλα χώρο, δείχνουν πως αρχικά θα υπήρχαν 21 ίσως σκαλοπάτια προς τον επάνω όροφο. 


Στην απέναντι πλευρά του κτηρίου, που και σ΄αυτήν πιθανώς οδηγούσε επίσης μια πόρτα από τον Πρόδομο, διατηρούνται υπολείμματα από δύο σκαλοπάτια ενός άλλου κλιμακοστασίου. Το κλιμακοστάσιο αυτό, μετά από εννέα σκαλοπάτια είχε ένα πλατύσκαλο. Γυρίζοντας κατόπιν δεξιά, και ύστερ´ από δύο ή τρία σκαλοπάτια έβρισκε κανείς ένα δεύτερο πλατύσκαλο. Στρίβοντας πάλι δεξιά, μετά εννέα ή δέκα σκαλοπάτια, έφτανε σ´ ένα διάδρομο του επάνω ορόφου, που βρισκόταν σε ύψος περίπου 3,25 μ. από το δάπεδο του ισογείου.

Ο μακρύς διάδρομος συνεχίζεται πέρα από το βορειοανατολικό κλιμακοστάσιο και φτάνει σε μια διακλάδωση που στρίβει αριστερά, δίπλα απο το μεγάλο Προστώο της Αίθουσας του Θρόνου. Εδώ, μπαίνει κανείς σ´ ένα προθάλαμο, που οδηγεί προς τα αριστερά, σε δύο δωμάτια που δεν περιείχαν τίποτα το αξιόλογο, εκτός από δύο-τρία ενδιαφέροντα αγγεία. Μια άλλη πόρτα του προθαλάμου οδηγεί κατ´ ευθείαν εμπρός σε Πυλώνα, με ξύλινο κίονα στην πρόσοψή του, τοποθετημένο σε πέτρινηβάση. Ο Πυλώνας άνοιγε βορειοανατολικά σε μία αρκετά μεγάλη περιτειχισμένη αυλή, στρωμένη με κονίαμα. Αυτή μπορεί ναήταν η ιδιαίτερη αυλή, όπου ησύχαζε ο βασιελύς, όταν επιθυμούσε μοναξιά ή όταν ήθελε να γλυτώσε απο ενοχλήσεις. Ο τοίχος που την κλείνει ολόγυρα οπωσδήποτε ανήκει στην τελευταία οικοδομική φάση του ανακτόρου. Σε παλιότερες φάσεις, υπήρχε ένας δρόμος που οδηγούσε από αυτόν τον Πυλώνα προς την βορειο-ανατολική άκρη της Ακρόπολης. Στον νεώτερο αυτό τοίχο της αυλής που δεν επικοινωνούσε με τον έξω χώρο, υπάρχει, απέναντι περίπου από τον Πυλώνα, ένα μικρό, σχεδόν τετράγωνο, άνοιγμα. Έτσι φαίνεται πιθανό, ότι τρεχούμενο νερόερχόταν ως εκεί. Δε βρέθηκαν ίχνη που να δείχνουν πως υπήρχε μες στην αυλή μόνιμη δεξαμενή νερού. Ίσως βρισκόταν πάντοτε εκεί ένα πιθάρι γεμάτο.

Πέρα απο τη βορειοδυτικήν άκρη της αυλής, βλέπει κανείς το μοναδικό τμήμα που διατηρήθηκε από τον αρχικό εξωτερικό τοίχο του Κεντρικού Κτηρίου του ανακτόρου. Η πρόσοψή του αποτελείται από μεγάλους πωρόλιθους -αγκωνάρια- τοποθετημένους ισοδομικά, που έχουν όμως ιδιάζουσες ενώσες, ανοιχτές σε σχήμα V. Όλα τα αγκωνάρια της δεύτερης από το έδαφος σειράς έχουν στην επάνω επιφάνειά τους τρύπες (τόρμους) για τη στερέωση (γόμφωση) ενός μεγάλου οριζόντιου ξύλινου δοκαριού με πάχος γύρω στα 0,30 μ. Περίπου τέσσερεις ή πέντε δόμους ψηλότεραυπήρχε πιθανόως ένα άλλο όμοιο δοκάρι απλωμένο σε όλο το μήκος του τοίχου. Εάν υπήρχαν ανοίγματα για παράθυρα, οι ενδείξεις δεν το βεβαιώνουν, το κατώτερο δοκάρι θα μπορούσε να χρησιμεύσει για κατώφλι και το ανώτερο για ανώφλι (πρέκι). 



Λίγο βορειοδυτικότερα, πέρα απ´ την αυλή, υπάρχει, στον εξωτερικό τοίχο, ένα μάλλον πλατύ κοίλωμα -εσοχή- για αισθητικούς πιθανώς λογους, όπου ίσως να υπήρχε παράθυρο. Έξω από τον τοίχο, ακόμη βορειοδυτικότερα, μια μεγάλη έκταση γεμάτη από αγκωνάρια που έπεσαν από αυτόν, έχει μείνει όπως ακριβώς βρέθηκε. Κοιτάζοντας από την αυλή μπορούμε να δούμε πέντε έως έξι σειρές από αυτά τα αγκωνάρια. Κάθε μια, πιθανώς, αντιπροσωπεύει και ένα δόμο. Είναι φανερό πως ένα μεγάλο τμήμα του τοίχου έπεσε μονοκόμματο προς τα έξω όταν η φωτιά που αφάνισε το ανάκτορο βρισκόταν στη μεγαλύτερή της ένταση. Η συγκεντρωμένη στην Αποθήκη 32 ποσότητα λαδιού θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει φωτιά με εκρηκτική δύναμη.

Επιστρέφοντας στον προθάλαμο, μπορούμε να σταθούμε για να σημειώσουμε ότι βρέθηκε γεμάτος από θραύσματα περισσότερων από είκοσι μεγάλων πιθαριών και πολλών μικρότερων αγγείων. Τα πιθάρια που στο μεγαλύτερο μέρος τους είχαν πέσει από τον επάνω όροφο, πειρείχαν λάδι και είναι φανερό ότι το εύφλεκτο περιεχόμενό τους προκάλεσε την καταστρεπτική μανία των φλογών. Σκορπισμένα μες στα καμμένα συντρίμμια βρέθηκαν 19 τεμάχια από ενεπίγραφες πινακίδες. Πολλές απ´ αυτές αναφέρονται σε ελαιόλαδο διαφόρων ειδών και χρήσεων.

Νοτιοανατολικότερα, υπάρχει ένα μακρύ και στενό δωμάτιο λουτρού, το μοναδικό στο είδος του που ως τώρα έχει αποκαλυφθεί σε Μυκηναϊκό ανάκτορο στην ηπειρωτική Ελλάδα με την εγκατάστασή του αρκετά καλά διατηρημένη. Στον νοτιοανατολικό τοίχο του δωματίου, μέσα σε πήλινο πεζούλι επιχρισμένο με κονίαμα, βρίσκεται ένας πήλινος λουτήρας με γραπτές διακοσμήσεις. Ο λουτήρας είναι του τύπου με τις ελαφριά προς τα μέσα πιεσμένες πλευρές. Ο λουόμενος πιθανώς καθόταν μέσα, ενώ ο υπηρέτης ή ένας βοηθός έχυνε νερό απάνω του. Ένα βοηθητικό πήλινο σκαλοπάτι, επιχρισμένο με κονίαμα, διευκόλυνε να μπει κανείς στο λουτήρα. 


Στην ίδια πλευρά μ΄αυτόν, στη νότια φωνιά του δωματίου, υπάρχει επίσης ένα υψηλό πήλινο πεζούλι, επιχρισμένο με κονίαμα, μέσα στο οποίο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα πιθάρια περίπουτ 1,20 μ. ύψος. Θα περιείχαν ίσως το νερό που χρειαζόταν για το λουτρό. Στον πυθμένα του νοτιοδυτικού πιθαριού βρέθηκαν εφτά κοινές κύλικες και στο άλλο εννέα, μαζί με μερικά άλλα μικρά αγγεία. Μια κύλιξ ακέραιη βρέθηκε στον πυθμένα του ίδιου του λουτήρα. Αυτά τα δοχεία χρησίμευαν, χωρίς αμφοβολία, για να χύνουν νερό πάνω στον λουόμενο.

Επιστρέφοντας από τον προθάλαμο και την διακλάδωση προς τον κύριο διάδρομο και βγαίνοντας από την είσοδο αριστερά, συναντούμε μιου ανακτόρου, δυο ξ
α μικρή στοά, που είχε στην πρόσοψή της, προς την αυλή τύλινους κίονες. Οι κίονες στηρίζονταν σε λίθινες βάσεις και έιχαν στο κατώτερο μέρος τους ένα διακοσμητικό περίζωμα από κονίαμα. Τα αποτυπώματα στο κονίαμα δείχνουν ότι κάθε κίονας είχε 60 ραβδώσεις. Οι κίονες θα στήριζαν έναν εξώστη, από όπου οι γυναίκες, τα παιδιά και άλλοι θεατές θα μπορούσαν να παρακολουθούν άνετα τις τελετές που αναμφίβολα γίνονταν στην αυλή με την ευκαιρία επισήμων γεγονότων.

Στη νοτιοανατολικη άκρη της στοάς αυτής, υπάρχουν δύο πόρτες, η μια πλάι στην άλλη. Η δεξιά οδηγούσε σε μια κλίμακα, από την οποία σώζονται τρία σκαλοπάτια και μέρος από ένα τέταρτο. Αυτή η σκάλα ανέβαζε στον επάνω όροφο μιας πυργοειδούς κατασκευής δίπλα στο Πρόπυλο, που θα μπορούσε να ήταν το φυλάκιο ή το αρχηγείο της φρουράς των ανακτόρων. Η άλλη πόρτα, στ´ αριστερά, άνοιγε σε ένα διάδρομο, απ´ όπου, στρίβοντας αριστερά, μπαίνουμε σε ένα μάλλον μεγάλο και κομψό δωμάτιο με μια εστία, την Αίθουσα της Βασίλισσας. Η αίθουσα αυτή καταστράφηκε πολύ απο την πυρκαϊά. Η φωτιά εκεί είχε αναμφίβολα φουντώσει από το λάδι που ήταν αποθηκευμένο στα πιθάρια του απάνω ορόφου που είχαν πέσει στον προθάλαμο. το λάδι θα είχε χυθεί στο λουτρό, και πιθανώς στο πλαϊνό δωμάτιο. το πάτωμα στην Αίθουσα της Βασίλισσας, που κάποτε πιθανόν να είχε γραπτές διακοσμήσεις, έπαθε σοβαρές βλάβες και μάυρισε, ενώ οι πέτρες στους τοίχους του δωματίου ασβεστοποιήθηκαν. Το ασβεστοκονίαμα που είχε τις τοιχογραφίες έπεσε σε κομμάτια στο πάτωμα. 


Έχουν αποκαλυφθεί αρκετά απ´ αυτά τα κομμάτια, ώστε να γίνεται φανερό ότι θέματα με παραστάσεις ζώων, όπως γρύπες, λιοντάρια σε φυσικό μέγεθος, ή πάνθηρες και άλλα ζώα, ήταν αγαπητά και παριστάνονταν πιθανώς στους τέσσερεις τοίχους. Η εστία, στο κέντρο της αίθουσας, αν και πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη στην Αίθουσα του Θρόνου, ήταν, ωστόσο, διακοσμημένη με τον ίδιο τρόπο, και με περισσότερη ακόμη λεπτότητα, με φλογοειδή, ζητοειδή, και σπειροειδή κοσμήματα. Μπορεί να μετρήσει κανείς τέσσερεις ως πέντε διαδοχικές στρώσεις από κονίαμα, που η καθεμιά είχε γραπτή διακόσμηση.

Μια πόρτα στη βορειοανατολική γωνία της Αίθουσας της Βασίλισσας οδηγούσε σε μια άλλη περιτειχισμένη αυλή, όμοια με τη διπλανή αυλή του βασιλέως, στην οποία επίσης δεν μπορούσε κανείς να μπει απ΄έξω. Στο δάπεδο, κοντά στην πόρτα, βρέθηκαν περίπου τρεις δωδεκάδες γραπτοί ψευδόστομοι αμφορείς διαφόρων μεγεθών. Δύο ή τρεις σειρές από μικρές τρύπες που χωρίζουν κατά μήκος την αυλή μπορεί να χρησίμευαν για την τοποθέτηση πασσάλων, ώστε να φράζονται τμήματα του χώρου, για να παίζουν τα παιδιά ή για να στήνεται τέντα που θα έδινε σκιά ή ίσως για να βάζουν σκοινί για το στέγνωμα των ρούχων.

Μια άλλη πόρτα από την Αίθουσα της Βασίλισσας οδηγούσε σε ένα διάδρομο, από όπου μια διακλάδωση έφερνε σε μικρό δωμάτιο, στη γωνιά του κτηρίου. Οι τοίχοι εδώ ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες πολύ κατεσρταμμένες δυστυχώς από την πυρκαϊά. Το πάτωμα ήταν χωρισμένο σε σειρές από τετράγωνα (επτά επί επτά), με λεπτοεργασμένα ποικίλα γραμμικά σχέδια κατά μήκος των τοίχων και, σε λοξές σειρές, χταπόδια, δελφίνια και άλλα ψάρια, δοσμένα με σχετική φυσικότητα. Ο στενός διάδρομος είχε επίσης γραπτές διακοσμήσεις στο πάτωμά του. Ένα χταπόδι και γραμμικά σχέδια.

Ένα γειτονικό δωμάτιο προς τα νοτιοδυτικά, προσιτό μόνον από το διάδρομο, ήταν μάλλον αποχωρητήριο. Δέκα εφτά ψυδόστομοι αμφορείς, ήταν τοποθετημένοι στο πάτωμα στα αριστερά της πόρτας. Κον΄τα στην ανατολική γωνιά, κάτω από το άνοιγμα μιας μεγάλης πέτρινης πλάκας, μπορούσε να τρέξει νερό σ´ έναν υπόγειο οχετό.



Οι θολωτοί τάφοι
Περίπου 90 μέτρα από την πύλη, προς τα βορειοανατολικά, περνώντας μέσα από έναν ελαιώνα, φτάνει κανείς σ´ ένα θολωτό τάφο, που η θόλος του αναστηλώθηκε στα 1957 από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Αν και κτισμένος με μικρές πλακωτές πέτρες, είναι ωστόσο μεγάλος τάφος, με διάμετρο 9.35 μ. Η θόλος είχε καταρρεύσει μέχρι το επάνω μέρος του ανοφλίου και ο θάφος είχε γεμίσει με χώματα που βρέθηκαν τελείως ταραγμένα, γιατί προφανώς είχε συληθεί στην αρχαιότητα. Οι συλητές όμως ήταν ασυνήθιστα απρόσεκτοι, και γι´ αυτό μεγάλης αξίας ευρήματα απόμειναν στον τάφο. Ανάμεσα στα αντικείμενα που βρέθηκαν, περιλαμβάνονται πολλά χρυσά, μαζί και μια βασιλική σφραγίδα με παράσταση φτερωτού γρύπα, δύο δαχτυλίδια, κοσμήματα σε σχήμα γλαύκων, κι ένα περίαπτο σε σχήμα ασπίδας. Επίσης 250 χάντρες από αμέθυστο και διάφορους άλλους λίθους, καθώς και θραύσματα από χάλκινα όπλα κλπ.

Υπολείμματα ενός άλλου θολωτού τάφου βρίσκνται σχεδόν στην ίδια απόσταση, προς νότον του λόφου των ανακτόρων. Σχεδόν ολόκληρη η θόλος έχει αποκοπεί περί τα 0,30 μ. από το δάπεδο. ένα μεγάλο μέρος του δαπέδου βρέθηκε άθικτο και σε έξη επίσης άθικτες λακκοειδής ταφές, κάτω απ´ αυτό, αποκαλύφθηκαν πολλά πολύτιμα αντικείμενα: τέσσερεις μεγάλοι πίθοι, που καθένας περιείχε ένα σκελετό, 22 χάλκινα ξίφη και εγχειρίδια, διάφορα χάλκινα σκεύη, μεγάλη συλλογή αγγείων, και ένας θαυμάσιος σφραγιδόλιθος, που παριστάνει κάπρο που αμύνεται. Οι λακκοειδείς τάφοι και το δάπεδο έχουν τώρα σκεπαστεί και κανένα μέρος του τάφου δεν είναι ορατό.

Περίπου ένα χιλιόμετρο, κάτω στο δρόμο προς την πεδιάδα, βρέθηκε ένας άλλος θολωτός τάφος, που επίσης πρέπει να έχει κάποια σχέση με την τοποθεσία του ανακτόρου. Σκάφτηκε στο 1939. Βρέθηκε κι αυτός συλημένος, αλλά πολλά αντικείμενα είχαν απομείνει απ´ τη σύληση μεταξύ των οποίων άφθονα κομμάτια από σκαλιστό ελεφαντοκόκκαλο, χρυσές χάντρες, ημιπολύτιμοι λίθοι και υαλόμαζα.

Νεκροταφείο από θαλαμοειδής τάφους για τους ιδιώτες που κατοικούσαν στην κάτω πόλη, γύρω απ´ την ακρόπολη, έχει βρεθεί στις πλευρές μιας ράχης, περίπου 500 μ. δυτικά του ανακτόρου. Τρεις τάφοι ανασκάφτηκαν και έδωσαν μερικά καλά αγγεία και άλλα αντικείμενα. Δύο από τους θαλαμοειδείς αυτούς τάφους βρέθηκαν σε κατάσταση καταρρέυσεως και ξαναγεμίστηκαν με χώμα. 





O ναός του Επικούριου Απόλλωνα


Νοτιοδυτικά της Ανδρίτσαινας, σε ένα επιβλητικό και άγριο ορεινό τοπίο, βρίσκεται ο μεγαλοπρεπής ναός του Επικούριου Απόλλωνα, ένας από τους μεγαλύτερους ναούς της Αρχαιότητας. 

Ο ναός βρίσκεται σε απόσταση 14 χλμ. νότια της Ανδρίτσαινας, σε υψόμετρο 1.130 μ., επάνω στο όρος Κωτίλιο. Στην τοποθεσία αυτή, που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Βάσσες (που σημαίνει μικρά πλατώματα σε βράχους), οι κάτοικοι της γειτονικής Φιγάλειας είχαν ιδρύσει, από τον 7ο αι.π.Χ., ιερό του Απόλλωνος Βασσίτα, τον οποίο και λάτρευαν με την προσωνυμία του Επικουρίου- συμπαραστάτη στον πόλεμο ή στην αρρώστια. Το επίθετο Επικούριος δόθηκε την εποχή των πολέμων με τους Σπαρτιάτες γύρω στο 650 π.Χ. 

Ο ναός του Απόλλωνος στο ιερό των Βασσών αποτελεί ένα από τα καλύτερα σωζόμενα μνημεία της κλασικής αρχαιότητας. Συγκεκριμένα, είναι ο καλύτερα διατηρημένος ναός μετά το ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα. Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για το κάλλος του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο. 

Χτίστηκε το 420-400 π.Χ. στη θέση ενός παλαιότερου, αρχαϊκού ναού. Ο περιηγητής Παυσανίας, που επισκέφτηκε και θαύμασε το μνημείο στα μέσα περίπου του 2ου αι.μ.Χ., αναφέρει ως αρχιτέκτονά του τον Ικτίνο. Η θέση που κατέχει ο ναός στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής είναι ξεχωριστή, καθώς συνδυάζει με ιδιοφυή τρόπο τα αρχαϊστικά στοιχεία, που υπαγόρευε η τοπική θρησκευτική παράδοση, με τις τολμηρές ανανεωτικές ιδέες του δημιουργού του. Είναι δωρικός παρίπτερος, με προσανατολισμό Β.-Ν και διαστάσεις 14,48x38,24μ. στο επίπεδο του στυλοβάτη. 

Η υπερβολικά στενόμακρη κάτοψη της περίστασης, ο αριθμός των κιόνων (6x15 αντί του κανονικού για την εποχή 6x13) και η διάταξή τους (μεγαλύτερα μετακιόνια διαστήματα στις στενές πλευρές) είναι αρχαϊκά χαρακτηριστικά και παραπέμπουν σε συγκεκριμένο πρότυπο: το μεγάλο ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς. Συνυπάρχουν όμως αρμονικά με προοδευτικά γνωρίσματα της ώριμης κλασικής αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, όπως είναι η λεπτότητα των κιόνων, το χαμηλό ύψος της κρηπίδας και του θριγκού και η ευρυχωρία του προδόμου και του οπισθοδόμου. Η μεγάλη πρωτοτυπία του μνημείου έγκειται στη διαμόρφωση του εσωτερικού του.

Στο σηκό υπάρχει η ιδέα της κιονοστοιχίας κατά τις τρεις πλευρές, όπως στον Παρθενώνα και το ναό του Ηφαίστου (Θησείο) στην Αθήνα, όμως οι κίονες στις μακρές πλευρές δεν είναι ελεύθεροι. Εκφύονται από τους τοίχους ως λεπτά εγκάρσια χωρίσματα (ανάλογα με εκείνα του αρχαϊκού ναού της Ήρας στη Ολυμπία), που απολήγουν σε ιωνικούς ημικίονες με ιδιότυπα κοινόκρανα και βάσεις. Στη στενή πλευρά του σηκού, απέναντι από την είσοδο, ο ελεύθερος κίονας (ίσως και οι δύο τελευταίοι, στην ίδια γραμμή με αυτόν, ημικίονες) έφερε το πρώτο στην ιστορία της αρχιτεκτονικής κορινθιακό κιονόκρανο. 

Η κιονοστοιχία στήριζε ιωνικό θριγκό με ανάγλυφη ζωφόρο, που περιέτρεχε εσωτερικά και τις τέσσερις πλευρές του σηκού. Είχε μήκος 31 μ. και οι 23 πλάκες της, με σκηνές αμαζονομαχίας και κενταυρομαχίας, βρίσκονται από το 1814 στο Βρετανικό Μουσείο. Πίσω από τον ελεύθερο κορινθιακό κίονα, στη θέση του κλειστού αδύτου άλλων ναών, δαιμορφώνεται ένας κλειστός χώρος, που επικοινωνεί μεν ελεύθερα με το σηκό, "βλέπει" όμως για θρησκευτικούς λόγους προς ανατολάς, με μια πόρτα που ανοίγεται προς το ανατολικό πτερό. Όλα αυτά τα στοιχεία συνέτειναν στην ανάδειξη του εσωτερικού χώρου και αποτέλεσαν καινοτομίες που έμελλε να επηρεάσουν αποφασιστικά την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στους επόμενους αιώνες. 

Ο ναός είναι χτισμένος από τοπικό ασβεστόλιθο. Μαρμάρινα ήταν τα κιονόκρανα του σηκού, ορισμένα μέρη της οροφής και της στέγης και ο γλυπτός διάκοσμος. Η ερείπωση άρχισε από τα ρωμαϊκά χρόνια, πρώτα από τους ανθρώπους και ύστερα από τους σεισμούς. Γλυπτά του διάκοσμου του ναού, μεταξύ των οποίων και Αμαζονομαχία, βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Βρεττανικό Μουσείο. 

Η ζωφόρος του ναού είναι ένα πραγματικό αριστούργημα αποτελούμενη από εικοσιτρείς μαρμάρινες πλάκες, από τις οποίες οι έντεκα δυτικά παρίσταναν κενταυρομαχία (Λάπηθες - Κένταυροι) και οι έντεκα ανατολικά αμαζονομαχία (Αθηναίοι - Αμαζόνες). Η κεντρική στο βάθος παρίστανε τον Απόλλωνα που με τη συνδρομή της Αρτέμιδος, έκανε να επέλθει η δικαιοσύνη, που διαταράχτηκε από τους αίτιους των φοβερών μαχών (Κενταύρους - Αμαζόνες). Πρόκειται για πραγματικό αριστούργημα που η ζωντάνια και η έκφραση των μορφών, καθώς και η συνταιριασμένη πλοκή των σκηνών, το κατατάσσουν στους καλύτερους γλυπτικούς διάκοσμους της αρχαιότητας. 

Δυστυχώς τα μοναδικά αυτά γλυπτά της ζωφόρου του Επικουρείου Απόλλωνα, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έγιναν αντιληπτά από Ευρωπαίους αρχαιοκάπηλους και εκλάπησαν. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος τους κοσμεί τις προθήκες του Βρετανικού μουσείου, αλλά και του μουσείου του Λούβρου και του Μονάχου. Μέσα στο ναό υπήρχε και μεγάλο (12 πόδια) χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα το οποίο κατά τις μαρτυρίες του Παυσανία, όταν ιδρύθηκε η Μεγάλη Πόλις μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε εκεί, μπροστά από το τέμενος του Λυκαίου Διός. 

Σήμερα, ο ναός διατηρείται στη μορφή που έλαβε με τις εργασίες αναστήλωσής του από την Αρχαιολογική Εταιρεία, στις αρχές του αιώνα. Από το 1965, και συστηματικά από το 1982, το Υπουργείο Πολιτισμού έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της συντήρησης και προστασίας του μνημείου. Το στέγαστρο, που προστατεύει το ευαίσθητο οικοδομικό υλικό από τις ακραίες καιρικές συνθήκες της περιοχής, το αντισεισμικό ικρίωμα και οι άλλες εγκαταστάσεις είναι προσωρινά, για όσο διάστημα απαιτήσουν οι σωστικές εργασίες. 

Η πρόσβαση στον αρχαιολογικό χώρο του ναού μπορεί να γίνει από την Μεγαλόπολη, μέσω Καρύταινας, και από τα Κρέστενα της Ηλίας.Οι πρώτες αναστηλώσεις και οι σημερινές προσπάθειες

Η πρώτη προσπάθεια αναστήλωσης του ναού πραγματοποιήθηκε το 1902 υπό τον Π. Καββαδία και κράτησε έξι χρόνια. Το 1965 ο ναός παθαίνει μεγάλες ζημιές από τον καταστρεπτικό σεισμό που έπληξε την περιοχή. Τον ίδιο χρόνο γίνονται οι πρώτες σωστικές παρεμβάσεις ενώ τον επόμενο ένας κεραυνός δημιουργεί νέα προβλήματα στο μνημείο, το οποίο πλέον κιδυνεύει άμεσα αφού έχουν έχουν πάρει κλίση οι κίονες και ολόκληρο το κτίριο έχει παραμορφωθεί.

Το 1970 δημιουργείται η Επιτροπή Συντήρησης του Ναού Επικούρειου Απόλλωνος (ΕΣΝΕΑ). Κατά τη δεκαετία 1985-1995 η Επιτροπή προχώρησε σε τέσσερα βασικά μέτρα προστασίας του ναού. Δημιούργησε ένα προστατευτικό στέγαστρο πάνω το ναό, έλαβε αντισεισμικά μέτρα, απομάκρυνε τα όμβρρια ύδατα και έλαβε μέτρα προστασίας από τους κεραυνούς.

Του Ιούνιο του 1997 το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο μετά από μια μαραθώνια συζήτηση αποφάσισε να προχωρήσει σε ουσιαστικά έργα στερέωσης και αποκατάστασης του ναού. Συγκεκριμένα αποφάσισε ότι το μνημείο για να σωθεί πρέπει να διαλυθεί, να υπάρξει καταβίβαση των επιστυλίων και μεταφορά των κιόνων προκειμένου να ενισχυθεί η θεμελίωση, και να συντηρηθούν τα 2.000 αρχιτεκτονικά μέλη, που θα κατέβουν.

Μετά παρέλευση τριών ετών αδράνειας - παρά το γεγονός ότι ο ναός εκινδυνεύε πλέον με κατάρρευση - το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ξανασυνεδρίασε (Σεπτέμβριος 2000) παρουσία της ΕΣΝΕΑ. Στη συνεδρίαση υπήρξαν διαφωνίες και διατυπώθηκαν διαμετρικά αντίθετες απόψεις περί του τρόπου στερέωσης και αποκατάστασης του ναού. Τελικά αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία να εγκριθεί “κατ αρχήν” η μελέτη για επέμβαση στο βόρειο πτερό του ναού, με την “πιλοτική” μετακίνηση της βορειοδυτικής γωνιάς του, δηλαδή των τεσσάρων επιστυλίων και των τριών κιόνων του και τη διάλυση της κρηπίδας όπου εδράζονται.



Κάστρα & Πύργοι


Κάστρο Καλαμάτας


Κατά το 1500 π.Χ. Γεννήσεως πάνω στο βράχο, Ακρόπολη, του σημερινού κάστρου της Καλαμάτας το βασιλόπουλο Φάρις από το αρχαίο Άργος ίδρυσε το βασίλειό του και την πόλη που ονομάστηκε Φαραί από το όνομά του (λεγόταν Φάρις).

Κατά το 1300-1250 π.Χ. στην Ακρόπολη των Φαρών βασίλευε ο Διοκλής που είχε δύο αγόρια δίδυμα, τον Κρίθωνα και τον Ορσίλοχο, και μία κόρη την Αντίκλεια, την οποία είχε παντρέψει με τον γιο του θεοποιημένου γιατρού Ασκληπιού Μαχάωνα. Τα παιδιά του Διοκλέους και ο γαμπρός του Μαχάων, γιατρός, σκοτώθηκαν στην Τροία.

Μετά τον Τρωικόν πόλεμο, την εποχή της Οδύσσειας, ο γιος του Οδυσσέα Τηλέμαχος, διανυκτέρευσε στα ανάκτορα του Διοκλέους δύο βραδιές. Την μια όταν μετέβαινε για την Σπάρτη, συνοδευόμενος από το γιο του Νέστορα, Πεισίστρατο, που τον μετέφερε με το άρμα του για τη Σπάρτη, και την άλλη βραδιά, κατά την επιστροφήν από τη Σπάρτη.

Στην ακρόπολη των Φαρών βασίλευσαν και τα εγγόνια του Διοκλέους που ήταν παιδιά της κόρης του Αντίκλειας και του Μαχάωνα, Νικόμαχος και Γόργασος, που ήταν και αυτοί γιατροί. Όπως μας πληροφορεί ο περιηγητής Παυσανίας, είχαν ασκληπιείο στις Φαρές.

Κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα πάνω στα αρχαία ερείπια των ανακτόρων της πόλεως των Φαρών οι Χριστιανοί έκτισαν μια εκκλησία που καθώς ελέγετο, αφιέρωσαν μια εικόνα της Παναγίας που είχε μαύρα ωραία, «καλά» μάτια. Την λάτρεψαν ως Παναγιά «Καλομάτα», που αργότερα η πόλη των Φαρών πήρε το όνομά της «Καλομάτα» από τα καλά μάτια της.

«ΚΑΛΟΜΑΤΑ» αναφέρεται και στο χρονικό του Μορέως στο βιβλίο της Κουγκέστας αργότερα όμως έγινε, κατά το ευκολότερο στην προφορά, «Καλαμάτα», όπως λέγεται και σήμερα, γιατί κατά την εποχή των καθαρευουσιάνων του βασιλέως Όθωνα και την Καλαμάτα την έκαναν «ΚΑΛΑΜΑΙ» και χρειάστηκαν δημοσιογραφικοί αγώνες για να ξαναβρεί το σωστό όνομά της «Καλαμάτα» όπως παγκόσμια είναι γνωστή.

Όταν το 1205 η Καλαμάτα και το κάστρο της υποδουλώνονται από τους Φράγκους κατακτητές, τον βράχον της Ακρόπολης των αρχαίων Φαρών τον οχυρώνουν με χοντρά τειχιά και γίνεται Κάστρο οχυρό και κυρίως στο μέρος της Εκκλησίας το χρησιμοποιούσαν για καλούπι, ρίχνουν γύρω του τείχη χοντρά πάχους 2,5 μέτρων και υψώνουν έναν πύργο με πολλούς ορόφους.

Πάνω από τους θόλους της εκκλησίας ήταν ο πρώτος όροφος του πύργου των Φράγκων.

Το 1218 πάνω στο Φράγκικο κάστρο της Καλαμάτας γεννήθηκε ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουϊνος, ο προσονομαζόμενος «Καλαμάτας» γιατί γεννήθηκε στην Καλαμάτα και μιλούσε Ελληνικά, που σαν καλός Διοικητής άπλωσε τον καλύτερο πολιτισμό σε όλο το πριγκιπάτο. Και σαν πέθανε ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος το πριγκιπάτο παρακμάζει και περιέρχεται διαδοχικά σε διάφορους κυρίαρχους.

Το 1292 εξακόσιοι Σλάβοι της Γιάννιτσας κατεβαίνουν μια νυχτιά και με σκάλες που είχαν μαζί τους, ανέβηκαν τα τείχη του κάστρου και το κατέλαβαν, αλλά κατόπιν προδοσίας από τον Πρωτοστάτωρα του Βυζαντινού Δεσποτάτου του Μυστρά, οι Σλάβοι το παρέδωσαν ξανά στους Φράγκους.

Έρχεται κατόπιν ο Νικόλαος Ατζαϊόλης και γίνεται κύριος της Καλαμάτας και του κάστρου ως τα 1430 οπότε περιέρχεται στα χέρια του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου για να πέσει αργότερα ο τόπος στα χέρια των Τούρκων.

Οι Φράγκοι βασίλευσαν στην Καλαμάτα 255 χρόνια. Ήρθαν το 1205 και τους έδιωξαν οι Τούρκοι το 1460.

Απ’ το 1460 ο τόπος της Ελλάδας εστέναζε στο ζυγό της Τουρκίας, εκτός από τη Μάνη που ήταν ελεύθερη.

Το 1659 οι Βενετοί προσπαθούν να κυριεύσουν το Κάστρο και την Καλαμάτα αλλά δεν το κατορθώνουν.

Το 1685 ο Μοροζίνης με Βενετούς και Μανιάτες ξανάρχεται πάλι με στόλο, αράζουν στο ανατολικό μέρος της θάλασσας στην παραλία της Καλαμάτας και κάνουν απόβαση κατά τη θέση Μπαργιάμαγα, τα στρατεύματα των βενετών ανεβαίνουν κατά τη σημερινή τοποθεσία της Ζωοδόχου πηγής, εκεί φτάνουν και 1500 Μανιάτες καλώς εξοπλισμένοι, ενώνονται με τα στρατεύματα των Βενετών του Αρχιστράτηγου Ντέγγελφεντ. 14 Σεπτεμβρίου έδωσαν τη μάχη με τους Τούρκους και τους κατενίκησαν. Οι Τούρκοι ηττηθέντες και μη μπορώντας να κρατήσουν την πόλη της Καλαμάτας και το κάστρο της, γιατί οι Βενετοί και οι Μανιάτες είχαν ένα κανόνι στις Στούρλες ανεβάσει και το βομβάρδιζαν, τότε οι Τούρκοι το ανατίναξαν και έφυγαν για την Ανδρούσα και την Κορώνη.

Τότε ανέβηκε ο στρατός του Μοροζίνη και οι Μανιάτες στο κάστρο της Καλαμάτας, το κατέλαβαν και ότι είχε απομείνει αχάλαστο το εχάλασαν αυτοί για να μην ξαναταμπουρωθούν εκεί οι Τούρκοι. Κύριοι του Φράγκικου κάστρου τώρα, παραμένουν οι Βενετοί , το οχυρώνουν και κτίζουν και το δεύτερο διάζωμα, και στην πύλη του βάνουν το λιοντάρι, σήμα της γαληνοτάτης Δημοκρατίας των Βενετών.

Οι Βενετοί παραμένουν σαν κύριοι έως το 1715, οπότε το ξανακυριεύουν οι Τούρκοι με τον Δαλμάτ Αλή.

1821. Ευλογημένη εαρινή μέρα. 23 Μαρτίου σήμανε για τους Έλληνες της Καλαμάτας η μέρα της λευτεριάς.

Οι Τούρκοι μπροστά στο επαναστατικό κύμα που βράζει γύρω από το κάστρο αποφασίζουν να παραδοθούν.

Ο τρομερός ως τότε Βοεβόδας της Καλαμάτας Σουλεϊμάν Αρναούτογλου πιάνεται αιχμάλωτος μαζί με 150 αρματωμένους Τούρκους.

Έτσι για μια ακόμα φορά πάτησε το Ελληνικό ποδάρι λεύτερο πλέον στα χώματα του κάστρου.

Το 1905 ανέβηκε στο κάστρο της Καλαμάτας ο τότε Γάλλος δημοσιογράφος Κλεμανσώ ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Γαλλίας, ο λεγόμενος Τίγρης, του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Ο Κλεμανσώ όταν είδε την Καλαμάτα από το ύψος του βράχου της ακρόπολης της Καλαμάτας αναφώνησε: Τι ωραία πόλις η Καλαμάτα, φυσικά εδώ θα κατοικούσαν θεοί των αρχαίων Ελλήνων. Και όταν έδειξε το βλέμμα του κατά τον κάμπο της Μεσσήνης, τον αποκάλεσε το χρυσό χαλί της Μεσσηνίας.

Το 1941-1944, το κάστρο ήταν στην αρχή και διοίκηση των Ιταλών που το είχαν σα δικό τους.

Οι Ιταλοί είχαν κάνει μερικά έργα στο Κάστρο, είχαν στήσει αντιαεροπορικά πυροβόλα και μυδράλια.

Για καλή ορατότητα της πόλεως είχαν κόψει τις κορφές των πεύκων και είχαν καθαρίσει τις βατουργιωτώνες από τη λεγόμενη εκκλησία της Παναγίας «Καλομάτας» που την είχαν μεταβάλει σε αποθήκη.

Όταν αποσύρθηκαν οι Ιταλοί, το κάστρο το παρέδωσαν οι Γερμανοί για να οχυρωθούν οι Ταγματασφαλίτες, αλλά με την επίθεση των Ελασιτών η άμυνα ταγματασφαλιτών δεν κράτησε περισσότερο από δύο ώρες.

Το κάστρο σήμερα

Σήμερα, το κάστρο αποτελεί μία τοποθεσία όπου μπορεί κανείς να απολαύσει την ηρεμία που προσφέρει το πευκόφυτο τοπίο του, και η υπέροχη πανοραμική θέα του ιστορικού κέντρου της Καλαμάτας. Λόγω επικινδυνότητας, η πόρτα που οδηγεί στο κέντρο του κάστρου είναι κλειδωμένη, και ο επισκέπτης μπορεί να κινηθεί μόνο περιμετρικά εντός του κάστρου.

Επίσης, στο κάστρο υπάρχει τσιμεντένιο αμφιθέατρο που το καλοκαίρι γίνονται εκπολιτιστικές εκδηλώσεις του Δήμου Καλαμάτας, με φόντο το φωτισμένο ιστορικό κέντρο.

Πηγή: Παλιά Καλαμάτα, Γιάννη Π. Ταβουλαρέα



Κάστρο Μεθώνης


Στο νοτιότατο άκρο της δυτικής ακτής της Πελοποννήσου βρίσκεται το απέραντο φρούριο της Μεθώνης. Στη μικρή χερσόνησο, που ήταν ήδη οχυρωμένη από την αρχαιότητα, υπήρχε πάντοτε μια πόλη, φημισμένη για το λιμάνι της. Ταυτίστηκε με την πόλη Πήδασο , την οποία αναφέρει ο Όμηρος με το επίθετο "αμπελόεσσα", σαν την τελευταία από τα επτά "ευναιόμενα πτολίεθρα", που ο Αγαμέμνονας προσέφερε στον Αχιλλέα για να κατευνάσει την οργή του. Ο Θουκυδίδης (2,25) σημειώνει πως η οχύρωση της πόλης στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431 π.Χ.) δεν ήταν ισχυρή.
Ο Παυσανίας ονομάζει την πόλη Μοθώνη -και τους κατοίκους Μοθωναίους- και αναφέρει πως πήρε το όνομά της είτε από την κόρη του Οινέα είτε από το μικρό νησάκι -που αργότερα οχυρώθηκεκαι που λεγόταν "Μόθων λίθος". Ο βράχος προστάτευε το λιμάνι της πόλης και συγχρόνως εμπόδιζε τη θάλασσα να αναταράσσεται με δύναμη. Στη Μεθώνη εγκαταστάθηκαν οι Ναυπλιείς μετά το τέλος του Β´ Μεσσηνιακού πολέμου, επειδή εκδιώχθηκαν από τους Αργείους σαν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Και μετά την ανεξαρτησία, όμως, της Μεσσηνίας από τους Σπαρτιάτες (369 π.χ.) οι Ναυπλιείς συνέχισαν να κατοικούν στην περιοχή γιατί είχαν τηρήσει φιλική στάση απέναντι στους επαναπατριζόμενους Μεσσήνιους. Τον 4ο αι. π.Χ. η Μεθώνη ενισχύθηκε με καλύτερες οχυρώσεις και συνέχισε να παραμένει αυτόνομη μέχρι τα αυτοκρατορικά ρωμαϊκάχρόνια, οπότε γνώρισε την εύνοια ορισμένων αυτοκρατόρων. Στη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων εξακολουθούσε να παραμένει αξιόλογο λιμάνι και μια από τις σημαντικές πόλεις της Πελοποννήσου, έδρα ενωρίτατα επισκοπής.

Οι Βενετοί άρχισαν να έχουν βλέψεις για το λιμάνι της από τον 12ο αιώνα καθώς "βρισκόταν στη μέση του δρόμου Βενετίας Ανατολής". Στα 1125, μάλιστα, είχαν επιτεθεί εναντίον των πειρατών που την χρησιμοποιούσαν σαν καταφύγιο, επειδή είχαν αιχμαλωτίσει Βενετούς εμπόρους που επέστρεφαν από την Ανατολή. Όταν οι Φράγκοι πολιορκούσαν στα 1204 την Κωνσταντινούπολη, ο Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουίνος παρασύρθηκε με το πλοίο του στη Μεθώνη, καθώς κατευθυνόταν στην Κωνσταντινούπολη και υποχρεώθηκε να περάσει τον χειμώνα στην περιοχή. Tότε δέχθηκε την πρόσκληση του τοπικού άρχοντα Ιωάννη Καντακουζηνού να τον βοηθήσει να καταλάβει τη Δυτική Πελοπόννησο και "η επιτυχία έστεψε τα όπλα αυτής της αφύσικης συμμαχίας". Όταν ο Καντακουζηνός πέθανε, ο γιός του προσπάθησε να διαλύσει τη συμμαχία, χωρίς επιτυχία, αφού ο Βιλλεαρδουίνος είχε καταλάβει πως η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Λατίνους θα ήταν εύκολο έργο. Αρχικά η Μεθώνη μαζί με την Κορώνη παραχωρήθηκαν στον Γοδεφρείδο. Βιλλεαρδουίνο.

Το Χρονικό του Μορέως αναφέρει την υποδοχή των κατοίκων στους Φράγκους.

"Εξέβησαν με τους σταυρούς, ομοίως με εικόνας
και ήλθαν κι επροσκύνησαν τον Καμπανέσην εκείνον
όλοι του υπομώσασιν δούλοι του ν´ αποθάνουν".

Το 1206, όμως, οι Βενετοί κατέλαβαν τις δυο πόλεις και η κυριαρχία τους επικυρώθηκε την άνοιξη του 1209 με συνθήκη που υπέγραψαν με τον Βιλλεαρδουίνο, ο οποίος έκανε όλες τις απαραίτητες παραχωρήσεις, που θα του εξασφάλιζαν τη βοήθεια της Βενετίας για την τελική υποταγή της Πελοποννήσου. Η ζωή οργανώθηκε και στη Μεθώνη, όπως στην Κορώνη, σύμφωνα με τα συμφέροντα της Βενετίας και οι δυο πόλεις έγινανοι φρουροί των συμφερόντων της, τα "κυριότερα μάτια της Δημοκρατίας" στους εμπορικούς και ναυτικούς δρόμους από και προς την Ανατολή. Οι Βενετοί οχύρωσαν τη Μεθώνη, που αναπτύχθηκε όπως και η Κορωνη, σε σημαντικό εμπορικό κέντρο με μεγάλη ευημερία. Στα βενετσιάνικα αρχεία υπάρχουν λεπτομερείς καταγραφές για την οργάνωση και τη διοίκηση των δύο μεσσηνιακών αποικιών της Βενετίας καθώς επίσης για την εικόνα που παρουσίαζαν στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα και κυρίως μετά το λοιμό, οπότε χρειάστηκε να αποικιστούν με "νέο σώμα αποίκων από τη μητρόπολη".

Φυσικό ήταν να προκαλέσει τις βλέψεις των Τούρκων, που, παρά τις συνθήκες με τη Βενετία, βολιδοσκοπούσαν την κατάκτηση της περιοχής, Ο Βαγιαζήτ Β´ στα τέλη του 1500 συγκέντρωσε τις δυνάμεις του εναντίον της Μεθώνης, "το Πόρτ-Σάιδ της Φράγκικης Ελλάδας, τον σπουδαίο ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ Βενετίας και Άγιων Τόπων, όπου κάθε ταξιδιώτης σταματούσε κατά τη διαδρομή του στην Ανατολή. Ένας προσκυνητής που την επισκέφθηκε το 1484 θαύμασε τα γερά τείχη, τις βαθειές τάφρους και τους οχυρούς πύργους" δέκα χρόνια αργότερα ήταν πιο οχυρωμένη.

Ο Βαγιαζήτ παρά τη στενή πολιορκία δεν θα μπορούσε να την εκπορθήσει, αν οι κάτοικοι ενθουσιασμένοι από την άφιξη ενισχύσεων δεν εγκατέλειπαν τα τείχη, γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν οι γενίτσαροι και κατέλαβαν τον πύργο από το παλάτι του κυβερνήτη. Η πόλη παραδόθηκε στη φωτιά, ο Καθολικός επίσκοπος σκοτώθηκε την ώρα που μιλούσε στους πιστούς, ο ανδρικός πληθυσμός αποκεφαλίστηκε, οι γυναίκες και τα παιδιά πουλήθηκαν σαν δούλοι. Στις 9 Αυγούστου 1500 "η Μεθώνη έπεσε αφού παρέμεινε στα χέρια της Βενετίας τριακόσια περίπου χρόνια. Χαρούμενος για το έπαθλό του ο Βαγιαζίτ έκανε τον γενίτσαρο που πρωτανέβηκε στα τείχη σαντάκμπεη, δηλαδή επαρχιακό διοικητή, και την πρώτη Παρασκευή μετά την άλωση, όταν έσβησε η φωτιά, πήγε στη βεβηλωμένη μητρόπολη για να προσφέρει τις ευχαριστίες του στον θεό των μαχών, που, όπως ομολόγησε, όταν κοίταζε τη βαθειά τάφρο, του χρώσταγε την κατάκτηση αυτής της οχυρής πόλης".

Η ερήμωση ήταν τέτοια ώστε διέταξε να σταλούν από "κάθε χωριό του Μοριά" οικογένειες για να αποκτήσει ξανά πληθυσμό η Μεθώνη. Τα τείχη επιδιορθώθηκαν και η περίοδος της πρώτης τουρκικής κατοχής άρχισε. Το 1531 στο λιμάνι της Μεθώνης πόδισαν οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη με σκοπό να καταλάβουν την άλλοτε βενετσιάνικη αποικία. Αρχικά κατόρθωσαν με σκευωρία να αποβιβαστούν και να εξουδετερώσουν τους φρουρούς. Η κατάληψη, όμως, του φρουρίου δεν ολοκληρώθηκε γιατί έφθασαν τουρκικές ενισχύσεις, που τους ανάγκασαν, αφού λεηλάτησαν την πόλη και συνέλαβαν 1600 αιχμαλώτους, να φύγουν. Στα 1572 τα παράλια της Μεθώνης απειλήθηκαν από τον Dοn Juan της Αυστρίας, που δεν μπόρεσε, όμως, τελικά να την καταλάβει. .

Σε όλη τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, παρόλο που η μορφή της Μεθώνης δεν έχει αλλάξει, η παρακμή σε όλους τους τομείς είναι εμφανής. Τον Ιούνιο του 1686 οι δυνάμεις του Μοροζίνι πολιόρκησαν τη Μεθώνη, την οποία στις 10 Ιουλίου οι Τούρκοι εγκατέλειψαν. Τα τείχη, που είχαν υποστεί σημαντική καταστροφή κατά την πολιορκία, επιδιορθώθηκαν και νέοι κάτοικοι στάλθηκαν για να ενισχύσουν το δυναμικό της πόλης. Η δεύτερη, όμως, αυτή περίοδος της Βενετοκρατίας δεν διήρκεσε πολύ.

Το 1715 οι Τούρκοι πολιόρκησαν το κάστρο και οι Βενετοί υπερασπιστές τρομοκρατημένοι το εγκατέλειψαν φεύγοντας από την πύλη της θάλασσας. Σ’ αυτή τη δεύτερη περίοδο της Τουρκοκρατίας η παρακμή ολοκληρώθηκε. Όπως φαίνεται και από τις περιγραφές των περιηγητών ο πληθυσμός είχε μειωθεί, οι οχυρώσεις βρίσκονταν σε κακή κατάσταση και το λιμάνι είχε επιχωθεί. Το σημαντικότερο εμπόριο που διεξήγετο ήταν αυτό των σκλάβων! Η απογοήτευση που αισθάνονταν οι ταξιδιώτες της εποχής φθάνοντας στο λιμάνι της Μεθώνης, είναι φανερή και στο Οδοιπορικό του F. Chateaubriand, που θεωρεί την ιστορία της "άδοξη".

Το 1825 ο Ιμπραήμ κατέλαβε τη Μεθώνη και εγκαταστάθηκε στο διοικητήριο, πάνω από την είσοδο του κάστρου. Στο ίδιο κτίριο εγκαταστάθηκε το 1829 ο γάλλος στρατηγός Μαιζόν, που απελευθέρωσε και την πόλη μαζί με άλλες της Πελοποννήσου.

Σήμερα τα τείχη του φρουρίου, αν και ερειπωμένα εξακολουθούν να είναι επιβλητικά. Το κάστρο της Μεθώνης καταλαμβάνει ολόκληρη την έκταση του ακρωτηρίου της νοτιοδυτικής ακτής μέχρι το μικρό νησάκι, που επίσης οχυρώθηκε με οκταγωνικό πύργο και βρέχεται και από τις τρεις πλευρές από τη θάλασσα. Η βόρεια πλευρά του, αυτή που βλέπει προς την ξηρά, καταλαμβάνεται από μία ισχυρά οχυρωμένη ακρόπολη. Μια τάφρος βαθιά χωρίζει το κάστρο από την ξηρά και η επικοινωνία αρχικά γινόταν με ξύλινη γέφυρα. Οι Βενετοί επεξέτειναν τις αρχαίες οχυρώσεις και έκαναν διάφορες προσθήκες και επισκευές και στις δύο περιόδους που κατείχαν το κάστρο.

Η είσοδός του βρίσκεται στη μέση περίπου της βόρειας πλευράς και είναι προσιτή με μια πέτρινη γέφυρα από δεκατέσσερα τόξα, που χτίστηκε πάνω από την τάφρο από τους τεχνικούς της Expedition scientifique de Μοree, που συνόδευε τον στρατηγό Μαιζόν. Συγχρόνως ανακαινίστηκε και η πύλη, που με τη μνημειακή μορφή της αποτελεί ένα από τα εντυπωσιακότερα στοιχεία του κάστρου. Το άλλο είναι η έκτασή του. Η πύλη της εισόδου απολήγει σε ένα καμπυλόμορφο τόξο, και δεξιά και αριστερά φέρει παραστάδες με κορινθιακά κιονόκρανα. Θεωρείται έργο των Βενετών μετά το 1700.

Αριστερά και δεξιά της εισόδου διατηρούνται οι δυο μεγάλοι προμαχώνες. Στην ανατολική πλευρά είναι ο προμαχώνας που χτίστηκε από τον στρατηγό Antonio Loredan, κατά τη δεύτερη περίοδο της Βενετοκρατίας. Τότε διευρύνθηκε και η τάφρος, που περιέβαλε τις οχυρώσεις προς την πλευρά της στεριάς, και έγιναν εργασίες στο ανάχωμα, που φέρει και πλάκα με ανάγλυφο το Λιοντάρι του Αγίου Μάρκου. Στη δυτική άκρη βρίσκεται ο προμαχώνας Bembo , που χτίστηκε στη διάρκεια του 15ου αιώνα. Η βόρεια πλευρά του τείχους είχε πάρει την τελική της διαμόρφωση στις αρχές του 18ου αιώνα και αυτήν διατηρεί μέχρι σήμερα.

Το ύψος του τείχους σ’ αυτή την πλευρά φθάνει τα 11 μέτρα περίπου και οι δύο προμαχώνες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ένα σκεπαστό πέρασμα. Το τείχος ενισχυόταν με τετράγωνους πύργους στη βορειοανατολική πλευρά και έναν μεγάλο στρογγυλό στη βορειοδυτική. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν καλοδουλεμένες πέτρες που έφεραν επίχρισμα από κονίαμα. Σε ορισμένα σημεία χρησιμοποιήθηκε αρχαίο οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση, ευδιάκριτο σήμερα σε έναν από τους πύργους της βόρειας πλευράς καθώς επίσης και στη νότια πλευρά του τείχους.

Αμέσως μετά την κεντρική πύλη ανοίγεται ένας δρόμος, θολωσκέπαστος, που οδηγεί από μια δεύτερη πύλη και μετά σε μια τρίτη στο εσωτερικό του κάστρου, όπου βρισκόταν το κατοικημένο μέρος και χωριζόταν από το βόρειο τμήμα με ένα εγκάρσιο τείχος χαμηλού ύψους (6 μέτρα περίπου), ενισχυμένο με πέντε πύργους (τέσσερις τετράγωνους και έναν οκταγωνικό). Χρονολογικά ανήκει στηνπερίοδο μετά το 1500, όταν οι Τούρκοι προσπαθούσαν να ενισχύσουν τον πληθυσμό αλλά και την οχύρωση του κάστρου.

Στο εσωτερικό σώζονται ερείπια από τα σπίτια στα οποία κατοικούσαν την περίοδο της ακμής οι βενετσιάνοι άρχοντες, ο πλακόστρωτος δρόμος που οδηγούσε στην πύλη της θάλασσας, τα ερείπια ενός τουρκικού λουτρού, της βυζαντινής εκκλησίας της ΑγίαςΣοφίας, κοντά στην οποία βρέθηκε μία πλάκα με λατινικά γράμματα (που χρονολογείται στα 1714), τμήματα δωρικών κιόνων, ένας μονολιθικός κίονας από γρανίτη (1493/4), αράβδωτος, με κιονόκρανο στην κορυφή του βυζαντινής τεχνοτροπίας, όπου υποτίθεται ότι ήταν στημένο είτε το φτερωτό λιοντάρι της Βενετίας ή η προτομή του Μοροζίνι. Γι´ αυτό και ονομάζεται "στήλη του Μοροζίνι". Στο κιονόκρανο υπήρχε επιγραφή, που σήμερα δεν σώζεται.

Στα αριστερά της εισόδου βρίσκονται τα ερείπια του οικήματος το οποίο χρησιμοποίησε αρχικά σαν κατάλυμα ο Ιμπραήμ Πασάς το 1826 και αργότερά ο στρατηγός Μαιζόν. Οι Γάλλοι του απελευθερωτικού σώματος παρέμειναν στην περιοχή μέχρι το 1833 και σ’ αυτούς αποδίδεται η κατασκευή της εκκλησίας της Αγίας Σωτήρας, που σώζεται ακόμη μέσα στο κάστρο. Στο εσωτερικό του κάστρου διατηρούνται επίσης αρκετές δεξαμενές και τα λείψανα του νεκροταφείου των βρετανών αιχμαλώτων κατά τη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου πολέμου.

Στη νότια άκρη του οχυρωματικού περιβόλου υψώνεται η επιβλητική πύλη της θάλασσας, που πρόσφατα αναστηλώθηκε. Αποτελείται από δύο ψηλούς τετράγωνους πύργους (16 μέτρα) που επικοινωνούν μεταξύ τους με μία εξέδρα (18 περίπου μέτρα μήκος και 6 περίπου μέτρα πλάτος) η οποία στέφεται με επάλξεις. Στο κέντρο ανοίγεται η πύλη, που απολήγει στην κορυφή σε καμπύλο τόξο. Οι πύργοι είναι χτισμένοι με μεγάλους πωρόλιθους και στο εσωτερικό τους έφεραν δωμάτια. Από την πύλη, ένας πλακόστρωτος διάδρομος, πάνω από μια μικρή γέφυρα, οδηγεί στο μικρό οχυρωμένο νησάκι, το Μπούρτζι. Εδώ σφαγιάστηκαν πολλοί στρατιώτες και κάτοικοι της Μεθώνης, όταν το 1500 οι Τούρκοι κατέλαβαν το οχυρό.

Το Μπούρτζι χρονολογείται στην περίοδο μετά το 1500 και χρησιμοποιήθηκε σε διάφορες εποχές και σαν φυλακή. Αποτελείταιαπό ένα διώροφο οκταγωνικό πύργο. Σε κάθε όροφο υπάρχει στηθαίο με οδοντωτές επάλξεις. Ο πύργος απολήγει σε ένα κυκλικό θόλο. Στον κάτω όροφο υπήρχε μία δεξαμενή και το όλο έργο, με μικρή αμυντική σημασία, χρονολογείται στην πρώτη περίοδο που οι Τούρκοι κατείχαν το φρούριο.

Η δυτική πλευρά των τειχών του οχυρωματικού περιβόλου είναι αμελέστερα κατασκευασμένη από τις άλλες. Το τείχος ήταν ενισχυμένο με πέντε τετράγωνους πύργους και χρονολογικά ανήκει στην πρώτη περίοδο, που οι Βενετοί κατείχαν το φρούριο. Η πλευρά αυτή με τα βράχια και την απότομη θάλασσα κάνει δύσκολα ευπρόσβλητο το κάστρο, γι´ αυτό ίσως στην κατασκευή του δεν δόθηκε μεγάλη προσοχή.

Εξάλλου το τμήμα αυτό του κάστρου φαίνεται πως δέχθηκε τις λιγότερες καταστροφές καθώς και τις λιγότερες επισκευές. Εδώ αποκαλύφθηκαν, στη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, μετά από έκρηξη, τμήματα καλοδουλεμένων δόμων από τα αρχαία τείχη της Μεθώνης. Αρχαίο οικοδομικό υλικό έχει χρησιμοποιηθεί και στα θεμέλια ενός από τους τετράγωνους πύργους. Στο εσωτερικό του τείχους διατηρούνται ερείπια τουρκικών πολεμικών εγκαταστάσεων.

Η ανατολική πλευρά των τειχών επίσης έφθανε αρχικά μέχρι τη θάλασσα. Σήμερα μπροστά σε αρκετό τμήμα της απλώνεται μια μεγάλη αμμουδιά. Παράλληλα με το ανατολικό τείχος, μέχρι το Μπούρτζι, υπήρχε μώλος και εκεί σχηματιζόταν το μικρό οχυρωμένο λιμάνι (mandrachio), ενώ το μεγάλο βρισκόταν στα βορειοανατολικά, όπου και μπορούσαν να τραβιούνται τα πλοία. Το τείχος και σ´ αυτήν την πλευρά ήταν ενισχυμένο με πύργους. Η μακρά ανατολική πλευρά δέχθηκε πολλές επισκευές, που έγιναν στις αρχικές βενετσιάνικες οχυρώσεις του 13ου αιώνα, κυρίως στη δεύτερη Βενετοκρατία και Τουρκοκρατία. Σε έναν από τους πύργους διατηρούνται τμήματα της βυζαντινής οχύρωσης. Στην άκρη της ανατολικής πλευράς υπήρχε μια μικρή πυλίδα προστατευμένη με πύργο. Στη νοτιοανατολική άκρη διατηρούνται τα ερείπια ενός τουρκικού πύργου.

Σε διάφορα σημεία της οχύρωσης σώζονται βενετσιάνικα εμβλήματα με το φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου και επιγραφές. Όπως στη βόρεια πλευρά του προμαχώνα Loredan, όπου υπάρχει πλάκα με επιγραφή από την εποχή που ο στρατηγός Loredan είχε αναλάβει διοικητής στην Πελοπόννησο. Στον βόρειο τοίχο του, δεξιά της κεντρικής εισόδου, υπάρχει επίσης πλάκα με τα εμβλήματα των οικογενειών Fοscarini, Foscolo και Bembo, στον οποίο η επιγραφή αποδίδει και την κατασκευή του προμαχώνα Bembo λίγο πριν το 1500.

Το κάστρο της Μεθώνης προβάλλει σήμερα έρημο κι απομονωμένο. Όταν οι χειμωνιάτικοι άνεμοι το χτυπούν τότε λένε οι ντόπιοι πως μπορείς να ακούσεις τις κραυγές των φυλακισμένων και των αδικοσκοτωμένων στο Μπούρτζι.

Η καλύτερη ώρα για να χαρεί κανείς τη Μεθώνη είναι το δειλινό από τον απέναντι λόφο. Τότε το φως του ήλιου, που ετοιμάζεται να χαθεί στην πλευρά του Ιονίου, γλυστράει πάνω στα ογκώδη τείχη στεφανώνοντάς τα με μουντές αποχρώσεις. Παντού κυριαρχεί μια άπιαστη γαλήνη.

Πηγή: Κάστρα της Πελοποννήσου
Φωτογραφίες: Αριστείδης Ψυχάρης



Κάστρο Κορώνης

Η πολιτεία της Κορώνης στη νοτιοδυτική άκρη της Πελοποννήσου διατηρεί όλη της τη γραφικότητα, που οφείλεται όχι μόνον στη γεωγραφική της θέση αλλά και στην αρχιτεκτονική της σύνθεση. Τα διώροφα σπίτια με τα περίτεχνα μπαλκόνια και τις στολισμένες προσόψεις, μιλάνε για μια αρχοντιά, αλλά και για την ακμή της πολιτείας σε παλιότερες εποχές. Η Κορώνη μαζί με τη Μεθώνη είναι δυο πολιτείες που γνώρισαν μεγάλη ακμή από τον 13ο μέχρι τον 17ο αιώνα και απετέλεσαν λιμάνια κλειδιά για το εμπόριο από και προς την Ανατολή, τα "μάτια της Βενετίας" στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Η οικονομική τους ακμή και η κοινωνική τους διάρθρωση συνεχίστηκαν και στον 19ο αιώνα, οπότε αποτελούσαν κέντρα εμπορίου και βιοτεχνίας, Σήμερα εκτός από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, που αντανακλά την ιστορική μνήμη, και στις δύο πολιτείες στέκονται ερειπωμένα δύο κάστρα. Από αυτά της Κορώνης, στη νοτιοανατολική άκρη του Μεσσηνιακού κόλπου, είναι το λιγότερο καλά διατηρημένο.

Σύμφωνα με μια αρχαία λαϊκή παράδοση η Κορώνη πήρε το όνομά της από ένα χάλκινο νόμισμα (Κουρούνα) που βρέθηκε όταν έσκαβαν τα θεμέλια για τα τείχη. Αναφέρεται ακόμη πως το αρχικό της όνομα ήταν Κορώνεια, που της έδωσε ο οικιστής Επιμηλίδης, ο οποίος καταγόταν από τη βοιωτική Κορώνεια. Οι ντόπιοι, επειδή δεν μπορούσαν να συνηθίσουν την ονομασία την παρέφθειραν σε Κορώνη. Εδώ τοποθετείται η μεσσηνιακή αρχαία Ασίνη, στην οποία εγκαταστάθηκαν οι κάτοικοι από την Αργολίδα, όταν τους έδιωξαν οι Αργείοι σαν συμμάχους των Λακεδαιμονίων. Ταυτίστηκε επίσης με την ομηρική Αίπεια, μία από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνονας υποσχέθηκε στον Αχιλλέα κατά τη διάρκεια του Τρωϊκού πολέμου για να τον πείσει να επιστρέψει στη μάχη. Αρχαίες επιγραφές, νομίσματα, όστρακα, αγγεία, ένα ψηφιδωτό δάπεδο του 4ου αι. π.χ, και αρχιτεκτονικό υλικό μαρτυρούν την κατοίκηση της περιοχής στην αρχαιότητα.

Η γεωγραφική της θέση εκτιμάτο πάντοτε για το διαμετακομιστικό εμπόριο. Το επιβλητικό σχήμα της χερσονήσου με το μεγάλο ύψος και την πλατειά επιφάνεια προσφερόταν για οχύρωση και παρείχε ασφάλεια, μεγαλύτερη από ότι οι άλλες παραλιακές μεσσηνιακές οχυρές πόλεις.

Στο ψηλότερο σημείο της χερσονήσου φαίνεται πως βρισκόταν η οχυρωμένη αρχαία ακρόπολη, την οποία οι κάτοικοι κατά καιρούς επισκεύαζαν, όπως δείχνει το οικοδομικό υλικό που ξαναχρησιμοποιείτο. Εξαιτίας της θέσης της έγινε νωρίς στόχος των διαφόρων πειρατών και επιδρομέων. Όταν οι Φράγκοι ανέλαβαν την κατάκτηση του Μοριά, έφθασαν στην Κορώνη και προσπάθησαν να καταλάβουν την οχυρωμένη ακρόπολη της τρομακρατώντας τους λίγους κατοίκους, που την υπεράσπιζαν, όπως αναφέρει το Χρονικό του Μορέως. Με την κατάληψη της άρχισαν και μια σειρά περιπέτειες για τους κατοίκους με επίκεντρο το κάστρο, στις οχυρώσεις του οποίου αντανακλάται όλη η ιστορία του.

Το κάστρο, που δόθηκε σαν τιμάριο στην οικογένεια του Βιλλεαρδουίνου δεν έμεινε για πολύ στα χέρια των Φράγκων. Τον επόμενο χρόνο (1206) οι Βενετοί, που αναζητούσαν νέους ναυτικούς σταθμούς για την εξυπηρέτηση του εμπορίου, πέτυχαν να γίνουν κύριοι της Κορώνης, «που έγινε σταθμός εφοδιασμού απ´ όπου τα πλοία που περνούσαν, έπαιρναν ενός μηνός εφόδια -έθιμο που διατηρήθηκε όταν η πόλη έγινε κανονική βενετσιάνικη αποικία».

Ο Βιλλεαρδουίνος υποχρεώθηκε λίγο αργότερα να υπογράψει ειρήνη με τη Βενετία, τις ναυτικές δυνάμεις της οποίας γρήγορα κατάλαβε πως θα είχε ανάγκη και το 1209 επικυρώθηκε η κυριαρχία της στην Κορώνη, όπως επίσης και στη Μεθώνη και σε όλες τι παραλιακές θέσεις της Μεσσηνίας, νότια του κόλπου του Ναβαρίνου. Έτσι, όπως έγραψε ο Κ. Andrews, "κάτω από τη διακυβέρνηση της Βενετίας η Μεθώνη και η Κορώνη είχαν κοινή ιστορία ή μάλλον απουσία ιστορίας, αφού το ενδιαφέρον της Βενετίας ήταν να κρατάει όσο γινόταν μακρύτερα την ιστορία από τις κτήσεις της". Το 1265 η εξουσία της Βενετίας επικυρώθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγο, γεγονός που τις έδωσε τη δυνατότητα μέσω των εκπροσώπων της να επιδίδεται στις απαραίτητες δολοπλοκίες κατά τις διάφορες συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων και των διεκδικητών του Πρι γκηπάτου της Αχαΐας.

Οι Βενετοί, εκτός από την ισχυρή οχύρωση, που κατασκεύασαν στο κάστρο της Κορώνης, οργάνωσαν τη ζωή και τη διοίκηση της πόλης, πάντοτε σύμφωνα με το συμφέρον της Βενετίας. Η πόλη απέκτησε μεγάλη ακμή και έγινε ονομαστή για τη βιοτεχνία της και το εξαγωγικό της εμπόριο. Η αίγλη της σημειώνεται στα οδοιπορικά των διαφόρων ευρωπαίων προσκυνητών, οι οποίοι υποχρεωτικά στάθμευαν στην περιοχή είτε για ανεφοδιασμό είτε για να επισκευάσουν τα πλοίατους. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις τους μέσα στο κάστρο φαίνεται πως κατοικούσαν όχι μόνον οι Βενετοί αλλά και οι Έλληνες, έμποροι και βιοτέχνες. Με βάση την κοινωνική διαστρωμάτωση διαμορφώθηκε και η οικιστική ανάπτυξη της περιοχής, που μέχρι σήμερα προκαλεί το ενδιαφέρον.

Τον Αύγουστο του 1500 ο Βαγιαζήτ Β´ κατέλαβε το κάστρο της Μεθώνης, μετά από μια απελπισμένη αντίσταση των κατοίκων. Οι κάτοικοι της Κορώνης, τρομοκρατημένοι από τη σφαγή και τη λεηλασία της Μεθώνης και αφού έλαβαν υποσχέσεις για ευνοϊκή μεταχείριση, παραδόθηκαν στους Τούρκους. Πολλοί βρήκαν καταφύγιο στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλλονιά. Ο Βαγιαζήτ ευχαριστημένος για τη νίκη του προσευχήθηκε στην καθολική εκκλησία που υπήρχε στο κάστρο, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε τζαμί. Το 1532 η Κορώνη καταλήφθηκε από τον συμμαχικό στόλο του αυτοκράτορα Καρόλου 5ου, του Πάπα και των Ιπποτών της Μάλτας με επικεφαλής τον Γενουάτη ναύαρχο Andrea Dοria και με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων, που ήλπιζαν στην απελευθέρωσή τους.

Στα 1534 οι συμμαχικές δυνάμεις εγκατέλειψαν την Κορώνη και πήραν μαζί τους περισσότερους από 2000 κατοίκους για να τους εγκαταστήσουν μετά από φοβερές περιπέτειες στην Κάτω Ιταλία. Το 1685 ο Μοροζίνι ανακατέλαβε την Κορώνη και ανέπεμψε ευχαριστήρια δέηση στην παλιά καθολική μητρόπολη. Στη Βενετία η είδηση προκάλεσε μεγάλους πανηγυρισμούς. Σ´αυτή τη σύντομη περίοδο της δεύτερης Βενετοκρατίας έγιναν προσπάθειες να ζωντανέψει ξανά η πόλη, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα. Το 1715 η Κορώνη καταλήφθηκε ξανά από τους Toύρκoυς. Και έτσι έληξε ο άγριος ανταγωνισμός ανάμεσα στον Σουλτάνο και τη Βενετία για την κυριαρχία των δύο σημαντικών κάστρων της Μεθώνης και της Κορώνης, που οι ντόπιοι τα ονόμαζαν με κοινό όνομα "Μοδονοκόρωνα".

Στο κάστρο της Κορώνης εγκαταστάθηκαν οι τουρκικές οικογένειες, ενώ οι Έλληνες κατοικούσαν έξω απ´ τα τείχη. Η οικονομική και κοινωνική παρακμή που είχε αρχίσει την περίοδο της πρώτης Τουρκοκρατίας ολοκληρώθηκε κατά τη δεύτερη. Το 1770 η πολιτεία γνώρισε μια ακόμη καταστροφή. Όταν το 1776 ο Γάλλος περιηγητής Ch. Gouffier πέρασε από την περιοχή βρήκε μια τρομοκρατημένη πολιτεία, που προσπαθούσε να συνέλθει μετά το βαμβαρδισμό των Ορλώφ. Και ένας άλλος περιηγητής, ο Castellan, όταν αντίκρυσε το λιμάνι της Κορώνης ξαφνιάστηκε από την εικόνατης καταστροφής. "έχει σβήσει κάθε δραστηριότητα. Από το κάστρο της Κορώνης οι Τούρκοι σκορπίζουν τον τρόμο στον Μοριά". Ο ίδιος περιγράφει και μια σκηνή βασανισμού ενός Έλληνα στο κτίριο του μώλoυ της Κορώνης από τους Τούρκους, επειδή τάχα είχεανακαλύψει κάποιο θησαυρό.


Το 1828, μετά από πολλές περιπέτειες, το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα με επικεφαλής τον γάλλο στρατηγό Μαιζόν απελευθέρωσε την Κορώνη, που άρχισε να γνωρίζει μια νέα οικονομική ακμή, κυρίως χάρη στην ανάπτυξη της κεραμοπλαστικής. Στα τέλη του 19ου αιώνα το μεταναστευτικό ρεύμα έπληξε την περιοχή. Η πόλη και το κάστρο ερημώθηκαν σιγά σιγά. Οι κάτοικοι που απέμειναν, συνέχισαν να κατοικούν έξω από το κάστρο, στο ύψωμα πάνω από το λιμάνι και κατά μήκος της παραλίας. Σήμερα η πόλη με την έντονη γραφικότητα έχει 1376 κατοίκους (απογραφή 1981).

Τα ερείπια του κάστρου της, που στάθηκε σιωπηλός μάρτυρας των δεινών που έπληξαν την Πελοπόννησο την περίοδο της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, στέκονται στην άκρη του λιμανιού έρημα και ρημαγμένα. Στο κάστρο ανεβαίνει κανείς εύκολα ακολουθώντας τον δρόμο που περνάει μέσα από τα στενά καλντερίμια του οικισμού. Η κύρια είσοδός του βρίσκεται στη βόρεια πλευρά. Είναι διαμορφωμένη σε μια μεγάλη τετράγωνη κατασκευή, που στην κορυφή απολήγει σε οξυκόρυφο τόξο στο κατώτερο τμήμά της.

Στο ανώτερο, όπου υπήρχε δωμάτιο για τη φρουρά της πύλης, σχηματίζει καμπύλο τόξο. Την εποχή της ακμής του κάστρου υπήρχε πριν από την είσοδο πρόπυλο, που διατηρήθηκε μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, με παραστάδες, δεξιά και αριστερά, και πάνω από την είσοδο ανάγλυφο με το Λιοντάρι του Αγίου Μάρκου. Αμέσως μετά ανοιγόταν μια εσωτερική αυλή, που οδηγούσε στην κεντρική είσοδο με τον επιβλητικό πύργο, που σώζεται μέχρι σήμερα. Ο χώρος της αυλής καταλήφθηκε από μικρά σπίτια του οικισμού.

Στην κατασκευή του τείχους χρησιμοποιήθηκαν καλοδουλεμένες πέτρες αλλά και αρχαίο οικοδομικό υλικό, που σήμερα καλύτερα διακρίνεται στον μεγάλο πύργο καθώς και στον τοίχο δίπλα στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. Το αρχαιότερο τμήμα του κάστρου είναι ο μεγάλος τοίχος, που σώζεται στη βορειοανατολική πλευρά και χρησίμευε για να χωρίζει τα δύο πλατώματα στα οποία αναπτύχθηκε το φρούριο. Το αρχικό βυζαντινό φρούριο καταλάμβανε το ψηλότερο σημείο, εκεί που σήμερα βρίσκεται το γυναικείο μοναστήρι. Στα ανατολικά του απλώνεται μια μεγάλη χαμηλότερη έκταση η οποία οχυρώθηκε όταν οι Βενετοί κατέλαβαν την Κορώνη το 1209. Δημιουργήθηκε τότε μια δεύτερη εξωτερική αυλή, τετραπλάσια σε έκταση από την προηγούμενη που περιβαλλόταν με πύργους και πολεμίστρες. Οι πύργοι, τα τείχη και οι πολεμίστρες του παλιού φρουρίου ενισχύθηκαν. Ολόκληρος ο χώρος στο εσωτερικό καταλήφθηκε από τις εμπορικές εγκαταστάσεις και τις κατοικίες, που πρέπει στην πλειοψηφία τους να ήταν ξύλινες ή από φθαρτά υλικά, που καταστράφηκαν κατά τις μετέπειτα πολιορκίες.

Στην ανατολική άκρη οι Τούρκοι προσέθεσαν τον 16ο αιώνα τις απαραίτητες οχυρώσεις για τα πυροβολαρχεία. Μια θολωτή είσοδος οδηγεί στο εσωτερικό του δεύτερου οχυρωματικού περιβόλου. Κατά μήκος της πλευράς προς το λιμάνι και τον Μεσσηνιακό κόλπο το τείχος υψώνεται κάθετα και μόνον στη βορειοανατολική άκρη κάμπτεται και σχηματίζει δυο στρογγυλούς μεγάλους πύργους πάνω στην απόκρημνη ακτή. Το τμήμα αυτό σύμφωνα μετον Κ. Andrews αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα πλαστικότητας της βενετσιάνικης φρουριακής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Σήμερα, βέβαια, μεγάλο τμήμα δεν σώζεται γιατί εδώ συγκεντρώθηκε η προσπάθεια των κατοίκων για την απόσπαση χώματος, κατάλληλου για την κεραμοποία της περιοχής, με αποτέλεσμα μεγάλο τμήμα να καταπέσει ενώ η θάλασσα και ο αέρας συμπλήρωσαν το έργο της ανθρώπινης καταστροφής.

Στην ανατολική πλευρά το τείχος ενισχυόταν από μια δεύτερη αμυντική γραμμή, που ανατινάχτηκε από τον Μοροζίνι το 1685 και έτσι επιτεύχθηκε η παράδοση του κάστρου. Δυο μεγάλοι στρογγυλοί πύργοι υπήρχαν στις δύο άκρες, από τους οποίους, ο βορειότερος ανατινάχτηκε το 1944 από τους Γερμανούς, που τον χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη πυρομαχικών. Στην πλευρά αυτή του φρουρίου συγκεντρώθηκε επίσης η προσοχή των Τούρκων, όταν το κατέλαβαν και έκαναν επισκευαστικές εργασίες και προσθήκες.

Στο ψηλότερο σημείο μέσα στο τείχος βρίσκεται το παληοημερολογίτικο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. Στη δυτικότερη άκρη διατηρείται το "νέο οχυρό" που αρχικά έχτισαν οι Βενετοί το 1463 και το οποίο καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε μετά το 1685. Στον εσωτερικό περίβολο διατηρείται επίσης ένας μεγάλος Οκταγωνικός πύργος που χτίστηκε από τους Τούρκους. Σε χαλκογραφίες του 17ου και18ου αιώνα το κάστρο έχει απεικονιστεί με όλη τη μεγαλοπρέπειά του.

Ανάμεσα στα ερείπια βρίσκεται και η βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας κτισμένη τον 12ο αιώνα.

Η πολυτάραχη ιστορία του κάστρου της Κορώνης αντανακλάται στους πολλούς θρύλους και παραδόσεις που συνδέθηκαν μαζί του και αντικατοπτρίζουν πολλές φορές αληθινά γεγονότα. Η παλιά βενετσιάνικη εκκλησία του Σαν Ρόκο, σήμερα Άγιος Χαράλαμπος, συνδέθηκε με τη σωτηρία της πολιτείας κατά το λοιμό του 1689. Η εκκλησία της Ελεήστρας, στην άκρη του γκρεμνού, χτίστηκε μετά από θαύμα, όταν ο βράχος άνοιξε από σεισμό και βρέθηκε ένα μικρό άγαλμα της Παναγίας.

Το κάστρο της Κορώνης έχει να διηγηθεί το δικό του ρομαντικό θρύλο για την όμορφη βασιλοπούλα του, που για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων που με δόλο παραβίασαν την πύλη -έντυσαν κάποιον καλόγερο- έπεσε, καβάλα στο άλογό της, από τα τείχη στη θάλασσα.

Σύμφωνα με τον θρύλο ο ανατολικός προμαχώνας από όπου γκρεμίστηκε έμεινε στοιχειωμένος. Γι´ αυτό και κάθε χρόνο την ημέρα της Αναλήψεως, επέτειο του θανάτου της, λίγο πριν ξημερώσει, οι ψαράδες άκουγαν φωνές και ουρλιαχτό στη ρίζα του κάστρου. Οι περισσότερο αλαφροΐσκιωτοι, νόμιζαν πως έβλεπαν και μια αρμάδα να αργοπλέει κοντά στα τείχη με ένα ρηγόπουλο στην πλώρη, τον βενετσιάνο άρχοντα που επρόκειτο να την παντρευτεί αλλά καθυστέρησε να φθάσει. Κι άλλοι τέλος έβλεπαν να σχηματίζεται, ανάμεσα στις πρώτες αχτίνες του ήλιου, ένας φωτεινός κύκλος κι από μέσα να προβάλλει μια "πεντάμορφη νεράιδα" και να προχωράει προς τα πλοία. Η ηρωϊκή αντίσταση των κατοίκων εναντίον των Τούρκων το 1823 συνδέθηκε με την απελπισμένη προσπάθεια ενός πρωτοπαλλίκαρου της περιοχής που κατόρθωσε να σώσει τη φυλακισμένη μέσα στο κάστρο από τους Τούρκους αδελφή του.

Σήμερα μέσα στο κάστρο δεν κατοικούν παρά ένα δυο οικογένειες σε σπίτια που έχουν ξανακτισθεί ή συντηρηθεί. Στα φοβερά τείχη του φυτρώνουν αγριόχορτα και φραγκοσυκιές, Στα πόδια του απλώνεται η μικρή πολιτεία με τα μονώροφα και διώροφα σπίτια της, εξαίρετα δείγματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Τα πορτοπαράθυρα και οι τοίχοι τους είναι βαμμένα με έντονα χρώματα που έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα του κάστρου, ιδιαίτερα τις ώρες του μεσημεριού που το φως του ήλιου γίνεται εκτυφλωτικό.

Ψηλά από το πλάτωμα του κάστρου μπορεί να χαρεί κανείς την ομορφιά του Μεσσηνιακού κόλπου με τις κορφές των βουνών του Ταϋγέτου να αχνοφαίνονται στο βάθος. Αντικρίζοντας το από τη θάλασσα, έχει κανείς την εντύπωση πως μοιάζει με παλιά φρεγάτα που αργοπλέει στα νερά.

Πηγή: Κάστρα της Πελοποννήσου



Κάστρο Πύλου - Νιόκαστρο

Το φρούριο της Πύλου (Νιόκαστρο) άρχισε να κτίζεται από τους Οθωμανούς το 1573, λίγο μετά την ήττα τους στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571). Σκοπός της κατασκευής του ήταν ο έλεγχος της νότιας εισόδου στον όρμο του Ναβαρίνου, αφού πλέον η βόρεια πρόσβαση (Στενό Συκιάς ή Φάλτσα Μπούκα) και το εκεί λιμάνι, στη λιμνοθάλασσα της περιοχής Διβάρι ή Ριβάρι, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν λόγω προσχώσεων.

Ονομάστηκε "Νιόκαστρο" σε αντιδιαστολή με το προγενέστερο φρούριο του Κυρυφασίου (Παλιόκαστρο ή Παλιό Ναβαρίνο), που ήλεγχε τη βόρεια είσοδο και το παλιό λιμάνι.´Εκτοτε το Νιόκαστρο ακολούθησε την κοινή μοίρα των υπολοίπων φρουρίων της περιοχής εμπλεκόμενο στα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τον τόπο. Έμεινε στην κατοχή των Τούρκων μέχρι το 1686, οπότε και παραδόθηκε στους Ενετούς. Το 1715 οι Τούρκοι ανακατέλαβαν το Νιόκαστρο μαζί με την Κορώνη και το Παλιοναβαρίνο. Το 1816 ο Ιμπραήμ Πασάς έγινε κύριος του κάστρου μέχρι το 1828 οπότε και ελευθερώθηκε από το Γάλλο στρατηγό Μαιζόν. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας (κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) το φρούριο χρησιμοποιήθηκε για αρκετό χρονικό διάστημα ως φυλακή πριν αποδοθεί τελικά στη Αρχαιολογική Υπηρεσία. Έτσι, παρατηρούνται στο μνημείο αρκετές φθορές, επισκευές, μετασκευές και προσθήκες.

Στη σημερινή του μορφή αποτελείται από την εξαγωνική ακρόπολη και το προτείχισμά της, δύο τετράπλευρους, περίκλειστους, προμαχώνες (τον δυτικό, καλούμενο "Έβδομο", που ελέγχει την είσοδο του όρμου, και τον βόρειο, του "Τζαφέρ Πασά" ή της "Σάντα Μάουρα" που δεσπόζει στο λιμάνι, τον οχυρωματικό περίβολο που ενώνει αυτά τα έργα, καθώς και τους τέσσερεις κυλινδρικούς πύργους που τον ενισχύουν. Από τον "εντός τειχών" οικισμό ελάχιστα κτήρια διασώθηκαν.


Η πληροφορία πάντως του Evliya Celebi, ότι κτίστηκε σε θέση όπου προηγουμένως δεν υπήρχε τίποτε, ελέγχεται ήδη ως προς την ακρίβειά της από τις αντίθετες ενδείξεις που προέκυψαν κατά την εκτέλεση των απαιτουμένων εργασιών για τη διαμόρφωσή του σε "Κέντρο Υποβρύχιων Αρχαιολογικών Ερευνών".

Η ιδέα για την ίδρυση του "Κέντρου" οφείλεται στον τότε Έφορο Εναλίων Αρχαιοτήτων Γεώργιο Παπαθανασόπουλο. Χάρι στις σύντονες προσπάθειές του, την άνοιξη του 1982 έγινε η έναρξη των έργων με κονδύλια που διέθετε το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας μέσω της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Από το 1991 οι δαπάνες καλύπτονται από κονδύλια που διαχειρίζεται ειδικός φορέας του Υπουργείου Πολιτισμού.

Το κύριο βάρος των εργασιών αποκατάστασης και νέας χρήσης των χώρων επικεντρώνεται στην ακρόπολη όπου τα πρώην κελλιά της φυλακής διαμορφώθηκαν σε γραφεία, αποθήκες, χώρους εργασίας και ένα τμήμα τους, υπό μορφή ανοικτών θόλων, καλύπτει ημιυπαίθριες εκθεσιακές ανάγκες. Επίσης, η κεντρική πυριτιδαποθήκη έγινε αίθουσα συνεδρίων ή εκθέσεων. Ήδη το 1984 στο Νιόκαστρο πραγματοποιήθηκε το 3ο Διεθνές Συνέδριο Υποβρύχιας Αρχαιολογίας και έκτοτε έχει καλύψει ανάγκες αρκετών πνευματικών εκδηλώσεων της περιοχής.

Κατά το πρόσφατο παρελθόν σχεδόν ολοκληρώθηκαν και οι εργασίες αποκατάστασης του ανατολικού κυλινδρικού προμαχώνα, που φέρει κατά τη λαϊκή παράδοση το όνομα του στρατηγού Μακρυγιάννη, με σκοπό την διαμόρφωσή του σε στεγασμένο μόνιμο εκθεσιακό χώρο.

Στο πλαίσιο του κτηριολογικού προγράμματος του "Κέντρου" αναστηλώθηκε, από την ημιερειπωμένη κατάσταση που είχε περιπέσει, και το κτήριο των στρατώνων του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος της περιόδου 1827-1830. Προσδιορίζεται ως "Στρατώνες Μαιζώνος", από το όνομα του επικεφαλής Γάλλου στρατηγού. Ο όροφος των "Στρατώνων" διαμορφώθηκε σε βιβλιοθήκη για τις ανάγκες του "Κέντρου" η οποία φιλοξενεί επίσης και την δωρεά της "Μεσσηνιακής" βιβλιοθήκης του εκδότη Νότη Καραβία. Περιλαμβάνει επί πλέον χώρους ενδιαίτησης - βραχείας παραμονής ερευνητών και επιστημονικού ή άλλου προσωπικού.

Το ισόγειο προορίστηκε για την έκθεση της συλλογής του Γάλλου φιλέλληνα Rene Ρuaux, η οποία σύμφωνα με την επιθυμία του, έπρεπε να στεγάζεται στην Πύλο. Το μεγαλύτερο τμήμα της φιλοξενήθηκε μεταξύ των ετών 1961-1984 στο "Αντωνοπούλειο" Αρχαιολογικό Μουσείο και στη συνέχεια παρελήφθη για συντήρηση και έκθεση. Το υπόλοιπο τμήμα, που φυλάσσονταν από το 1936 στο ελληνικό περίπτερο της πανεπιστημιούπολης των Παρισίων, μεταφέρθηκε το 1986 στην Εθνική Πινακοθήκη με φροντίδα του κου. Γ. Παπαθανασόπουλου και παρεδόθη το 1992 στην Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων ώστε να οδηγηθεί στον τελικό προορισμό του.

To 1998 το Νιόκαστρο παραχωρήθηκε στην Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, αλλά οι αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιούνται από την 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.


Μουσεία



 Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας

Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Μεσσηνίας στεγάζεται στο κτήριο της παλιάς αγοράς στην Καλαμάτα, το οποίο δόθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού και μετά από 23 ολόκληρα χρόνια άνοιξε την Κυριακή 14 Ιουνίου 2009 την πόρτα του.

Πρόκειται για ένα μουσείο που προβάλει τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στην περιοχή από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και την Βυζαντινή περίοδο, το οποίο είναι αποτέλεσμα πολλών αρχαιολογικών μελετών στο νομό. Στο Μουσείο υπάρχουν εκθέματα από την Πρωτοελλαδική, την Προϊστορική περίοδο, τα Κλασσικά χρόνια, τη Ρωμαιοκρατία, τη Βυζαντινή περίοδο, κάτι που δείχνει τη διαχρονικότητα του πολιτισμού σε αυτό το χώρο κάνοντας το Μουσείο σημείο αναφοράς όχι μόνο για την Καλαμάτα και τη Μεσσηνία αλλά για ολόκληρη την Ελλάδα.

Η επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας είναι επίσκεψη σε έναν πραγματικά προσεγμένο χώρο που εκπέμπει ηρεμία και βοηθάει τον επισκέπτη να συγκεντρωθεί στα εκθέματα. Η πανέμορφη ηλιοροφή αλλά και η επιλογή των χρωμάτων που αναδεικνύουν τα εκθέματα, ο φωτισμός και οι επιγραφές κάνουν την ξενάγηση στο χώρο μια όμορφη εμπειρία.

Η έκθεση του νέου μουσείου είναι στημένη σύμφωνα με την παλιά γεωγραφική διαίρεση του νομού σε τέσσερις επαρχίες: Πυλία (θολωτοί τάφοι και κάστρα), Τριφυλία (το ομηρικό βασίλειο του Νέστορα), Μεσσήνη (η εύφορη ενδοχώρα με την πρωτεύουσα του μεσσηνιακού κράτους), Καλαμάτα (αρχαιότητα και Βυζάντιο στη σκιά του Ταϋγέτου).

Ο επισκέπτης, αφού περάσει από τον γκισέ της εισόδου και πάρει στα χέρια του το ενημερωτικό έντυπο, ακολουθεί μια κεντρική «οδική αρτηρία», που θυμίζει τη ροή του ποταμού Παμίσου, ανάμεσα στις προθήκες και τα εκθέματα. Στη διαδρομή συναντά δύο βίντεο της Καλαματιανής σκηνοθέτιδας Κλεώνης Φλέσσα. Το πρώτο για τους σεισμούς της Καλαμάτας και το δεύτερο για το στοιχείο του «νερού».

Στον προθάλαμο βρίσκονται δύο υπολογιστές, όπου οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να ξεναγηθούν ηλεκτρονικά στον αρχαίο κόσμο. Στην αίθουσα με τα τραπεζάκια και τα πολύχρωμα σκαμπό, τα παιδιά μπορούν να συμμετάσχουν στο συλλογικό έργο κατασκευής ενός τείχους, αλλά και στη δημιουργία του δικού τους ψηφιδωτού.

Ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος για παιδιά επιτρέπει στα σχολεία να εντάξουν την επίσκεψη στο Μουσείο στο πρόγραμμά τους και στα παιδιά μέσα από διαδραστικές δραστηριότητες, τόσο σε υπολογιστές όσο και μέσα από κατασκευές και παιχνίδι, να μάθουν για την ιστορία της Μεσσηνίας. Ο τρόπος με τον οποίο έχουν στηθεί τα εκθέματα δίνει πραγματικά στον επισκέπτη την αίσθηση της ομαδικής δουλειάς.

Στοιχεία Επικοινωνίας: Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας
Διεύθυνση: Μπενάκη και Παπάζογλου 6 241 00 Καλαμάτα
Τηλ.: +30 27210-83485
Φαξ: +30 27210-26209
email: lhepka@culture.gr

Εισιτήρια
Ολόκληρο: €3, Μειωμένο: €2
Ώρες Λειτουργίας
Θερινό Ωράριο:
Δευτέρα: 13.30 - 20.00
Καθημερινές, Κυριακές και αργίες: 8.00 - 20.00
Χειμερινό Ωράριο:
Δευτέρα: 13.30 - 20.00
Καθημερινές: 08.00 - 20.00
Κυριακές και αργίες: 8.30 - 15.00
Ημέρες Ελευθέρας Εισόδου:
  • 6 Μαρτίου - Μνήμη Μελίνας Μερκούρη.
  • 18 Απριλίου - Διεθνής Ημέρα Μνημείων.
  • 18 Μαΐου - Διεθνής Ημέρα Μουσείων.
  • 5 Ιουνίου - Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος.
  • Tο τελευταίο Σαββατοκύριακο Σεπτεμβρίου κάθε έτους (Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς).
  • Οι Κυριακές κατά το διάστημα από 1 Νοεμβρίου έως 31 Μαρτίου.
  • Οι επίσημες αργίες του Κράτους.
  • Η πρώτη Κυριακή κάθε μήνα πλην των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου (όταν η πρώτη Κυριακή είναι αργία, ως ημέρα εισόδου καθορίζεται η δεύτερη Κυριακή).
  • 27 Σεπτεμβρίου, Παγκόσμια ημέρα Τουρισμού.
Πρόσωπα που δικαιούνται μειωμένη είσοδο:
  • Οι φοιτητές Ανωτέρων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και ισοτίμων Σχολών των εκτός της Ε.Ε. χωρών, με την επίδειξη της φοιτητικής τους ταυτότητας.
  • Οι συμμετέχοντες σε Διεθνή Συνέδρια μετά από έγκριση του Γενικού Διευθυντού Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
  • Οι συμμετέχοντες στα προγράμματα εκδρομών που διοργανώνει ο Οργανισμός Εργατικής Εστίας.
  • Οι συνοδοί γονείς στις εκπαιδευτικές επισκέψεις των σχολείων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
  • Έλληνες πολίτες καθώς και οι πολίτες των λοιπών κρατών-μελών της Ε.Ε άνω των 65, με την επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας η διαβατηρίου.
  • Πρόσωπα που απαλλάσσονται από την καταβολή εισιτηρίου εισόδου:
  • Τα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου.
  • Οι νέοι ηλικίας έως 19 ετών, με την επίδειξη Αστυνομικής Ταυτότητας ή Διαβατηρίου για την επιβεβαίωση της ηλικίας.
  • Οι φοιτητές και οι σπουδαστές των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ή Ισοτίμων Σχολών των Κρατών - Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και των Σχολών Ξεναγών, με την επίδειξη της φοιτητικής τους ταυτότητας.
  • Οι υπηρετούντες τη στρατιωτική τους θητεία, με την επίδειξη της στρατιωτικής τους ταυτότητας.
  • Οι υπάλληλοι του Υπουργείου Πολιτισμού, του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (Τ.Α.Π.Α.), του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.) και του Οργανισμού Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (Ο.Π.Ε.Π.), με την επίδειξη της υπηρεσιακής τους ταυτότητας.
  • Οι κάτοχοι ειδικής κάρτας μέλους του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM) ή του Διεθνούς Συμβουλίου Μνημείων και Τοποθεσιών (ICOMOS), με την επίδειξη αυτής.
  • Οι ξεναγοί, με την επίδειξη ταυτότητας του Υπουργείου Ανάπτυξης.
  • Οι συνοδοί εκπαιδευτικοί στις επισκέψεις σχολείων και ιδρυμάτων της Α΄ βάθμιας, Β΄ βάθμιας και Γ΄ βάθμιας εκπαίδευσης.
  • Οι δημοσιογράφοι, με την επίδειξη της δημοσιογραφικής τους ταυτότητας.
  • Τα μέλη Εταιρειών και Συλλόγων Φίλων Μουσείων και Αρχαιολογικών Χώρων σε όλη την Ελλάδα, με την επίδειξη της θεωρημένης κάρτας - μέλους.
  • Οι επίσημοι φιλοξενούμενοι του Ελληνικού Δημοσίου, μετά από έγκριση του Γενικού Διευθυντού Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
  • Οι συνοδοί τυφλών και ατόμων με κινητικά προβλήματα.
  • Οι κάτοχοι δελτίου ελευθέρας εισόδου.
  • Οι κάτοχοι της «Κάρτας Πολιτισμού» η οποία εκδίδεται από τον Οργανισμό Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού μέσω των κατά τόπους Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών.

Αρχαιολογικό Μουσείο Καλαμάτας

Tο Μπενάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο βρίσκεται στη συμβολή των οδών Μπενάκη και Παπάζογλου στην Καλαμάτα. Στεγάζεται σε μια οικία, η οποία χρονολογικά τοποθετείται στα μέσα του 19ου αιώνα και δωρήθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία από τον Αντώνιο Μπενάκη, ιδρυτή του ομώνυμου αθηναϊκού μουσείου. Λειτούργησε για πρώτη φορά το 1971, όμως υπέστη μεγάλες ζημιές από το σεισμό του 1986. Η συντήρηση του κτηρίου και η μελέτη επανέκθεσης των ευρημάτων διήρκεσαν έως το 1995, οπότε εγκαινιάστηκε η έκθεση του ισογείου. Τρία χρόνια αργότερα, ολοκληρώθηκε ο δεύτερος όροφος.

Πρόκειται για τριώροφο κτήριο λαϊκής αρχιτεκτονικής με κεραμοσκεπή και με μία μικρή σοφίτα στη στέγη. Μόνο στην πρόσοψη (επί της Παπάζογλου) βλέπουμε μία συμμετρική διάταξη των ανοιγμάτων αμφιπλεύρως από την κεντρική πόρτα εισόδου (με τοξωτό φεγγίτη), η οποία προστατεύεται από ένα μπαλκόνι του Β΄ορόφου.

Τα ανοίγματα είναι τετράγωνα και σε αυτά του ισογείου, είναι εμφανή τα ανακουφιστικά τόξα. Τα παράθυρα προστατεύονται με σιδερένια κάγκελα στο ισόγειο, ενώ στους δύο ορόφους με ξύλινα παντζούρια, με κινητές περσίδες και από προεξέχον γείσο. Τα μικρά μπαλκόνια στηρίζονται σε περίτεχνα σιδερένια φουρούσια και έχουν σιδερένια κιγκλιδώματα.

Το μουσείο φιλοξενεί πλήθος ευρημάτων από την ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας, από την εποχή του Χαλκού έως τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Από 24 Νοεμβρίου 2008 διακόπηκε η λειτουργία του Μουσείου λόγω μεταφοράς των εκθεμάτων του στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας. Τώρα ο χώρος αυτός στεγάζει τις Διοικητικές υπηρεσίες του Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας.

Στοιχεία Επικοινωνίας: Μπενάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Καλαμάτας
Διεύθυνση: Παπάζογλου 6 – Καλαμάτα – τ.κ. 24100
Τηλέφωνο: +30 27210 - 63100, +30 27210 - 26410
Φαξ: +30 27210 - 26209



Λαογραφικό Μουσείο Καλαμάτας


Στην πόλη της Καλαμάτας, βρίσκουμε το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο, με πλούσια συλλογή από κειμήλια και προσωπικά αντικείμενα των Αγωνιστών του 1821.

Το κτήριο που στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο Καλαμάτας δόθηκε ως δωρεά από τον Κυριακού στο Δήμο της πόλης. Αρχικά το κτίσμα χρησίμευσε για να στεγαστεί ο Σύλλογος προς Διάδοση των Γραμμάτων, λειτούργησε από το 1936 έως το 1945 ως σχολή αλφαβητισμού και αρκετά αργότερα, ως μουσείο. Το μουσείο λειτούργησε για πρώτη φορά το 1973 και επαναλειτούργησε το 2002, όταν αποκαταστάθηκαν οι βλάβες που είχε υποστεί το κτήριο από το σεισμό του 1986 .

Πρόκειται για διώροφο αρχοντικό με ακανόνιστη κάτοψη λόγω γωνιακής θέσης. Διαθέτει ξύλινη στέγη με βυζαντινά κεραμίδια και εξώστη στη στενή πλευρά του με περίτεχνα σιδερένια φουρούσια και κιγκλιδώματα. Στις γωνίες διακρίνονται καθαρά ψευδοπαραστάδες όπως και κορνίζες στη στάθμη της οροφής του ισογείου και κάτω από το γείσο της στέγης.
Η κύρια είσοδος επιστέφεται από τοξωτό υπέρθυρο με φεγγίτη και στολίζεται με ψευδοπαραστάδες με επίκρανα, κορνίζες και γείσο. Με τις εργασίες αποκατάστασης, επανεγκαταστάθηκαν οι δύο τοξωτές πόρτες στη νότια όψη, οι οποίες μετατράπηκαν μεταγενέστερα σε τετράγωνα παράθυρα.

Στο ισόγειο, μετά τις πληροφορίες για τον τόπο, το σύλλογο που ίδρυσε το μουσείο και την οικογένεια Κυριακού, μπορείτε να δείτε μικρές θεματικές ενότητες που αφορούν την αγροτική και ποιμενική ζωή, τη γεωργική βιοτεχνία, την υφαντική τέχνη, την αγγειοπλαστική και τα αστικά επαγγέλματα. Μια άλλη σειρά εκθεμάτων προέρχεται από την καθημερινή ζωή των κατοίκων. Τα εκθέματα του ισογείου επιτρέπουν στον επισκέπτη να αποκτήσει μια επαρκή εικόνα για τον προβιομηχανικό τρόπο ζωής στη Μεσσηνία.

Στον επόμενο όροφο, η έκθεση ξεκινά με μια εντυπωσιακή ενότητα αφιερωμένη στην τυπογραφία και τη βιβλιοδεσία, που υπενθυμίζει στον επισκέπτη ότι στην Καλαμάτα λειτούργησε το πρώτο τυπογραφείο της απελευθερωμένης Ελλάδας. Σε αυτό τυπώθηκε η Προκήρυξη των Επαναστατημένων Ελλήνων προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές.


Το πρώτο δωμάτιο δεξιά αποτυπώνει την εικόνα του αστικού σπιτιού της πόλης κατά τις αρχές του 20ού αι., ενώ στο διάδρομο του ορόφου αυτού υπάρχει αναπαράσταση παραδοσιακού καφενείου. Στη μεγάλη αίθουσα δεξιά παρουσιάζεται ιστορικό υλικό που αφορά την Επανάσταση του 1821 και προέρχεται από την Καλαμάτα.


Η αίθουσα του Γ. Καρέλια φιλοξενεί ενδυματολογικά στοιχεία, ανάμεσά τους και την παραδοσιακή καλαματιανή ενδυμασία. Στο βάθος του πρώτου ορόφου υπάρχει μικρή αίθουσα αφιερωμένη στη μεταβυζαντινή εκκλησιαστική τέχνη της περιοχής.


Στοιχεία επικοινωνίας : Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Καλαμάτας
Διεύθυνση: Αγίου Ιωάννου 12 και Κυριακού, Καλαμάτα – τ.κ. 24100
Τηλέφωνο: +30 27210 - 28449

Ημέρες - Ώρες Λειτουργίας: από Τρίτη έως Σάββατο 9:00-13:00, Κυριακή 10.00-13.00


Αντωνοπούλειο Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου


Η πόλη της Πύλου κοσμείται από το Αντωνοπούλειο Αρχαιολογικό Μουσείο.
O Γάλλος φιλέλληνας δημοσιογράφος Rene Puaux (1878-1936), ο οποίος είχε κάνει έργο ζωής τη συλλογή χαρακτικών, εγγράφων και ενθυμίων του αγώνα αποφασίζει, σε ένα ταξίδι του στην Πύλο, να δωρίσει την πλούσια συλλογή του στην Πύλο, σαν ένα πρώτο συστατικό του μουσείου του Ναβαρίνου. Σ αυτό το μουσείο, ο Puaux ονειρευόταν, να στεγαστούν όλα τα κειμήλια από την Ελληνική Επανάσταση και την πιο περίεργη Ναυμαχία της σύγχρονης εποχής.

Τον Ιούνιο του 1930, ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης του Δήμου Πύλου, σαν δείγμα ευγνωμοσύνης για την πολύτιμη προσφορά του, ενώ παράλληλα μια μικρή έκταση παραχωρήθηκε για το υπό δημιουργία Μουσείο. Η συλλογή παραδόθηκε στο Ελληνικό κράτος το 1937 από τη χήρα του Rene Puaux. Μετά από πολλά προβλήματα, το μουσείο χτίζεται σε άλλο οικόπεδο από το 1956 μέχρι το 1958, με δωρεά του οδοντιάτρου Χρ. Αντωνόπουλου από τον Πήδασο, μετανάστη στην Αμερική, του οποίου πήρε το όνομα.

Το 1961 άρχισε να λειτουργεί σαν μουσείο και στέγασε την συλλογή ή καλύτερα το τμήμα της συλλογής του Rene Puaux, που παραδόθηκε στο Δήμο Πύλου. Παρ όλα αυτά η συλλογή του Rene Ruaux, δεν έχει βρει ακόμη τη στέγη της. Η έκθεση των κειμηλίων, μετά από συντήρηση στην Αθήνα, βρίσκεται στους ανακαινισμένους στρατώνες του Μαιζώνος, στο κάστρο. Το Αντωνοπούλειο Μουσείο της Πύλου λειτουργεί σαν αρχαιολογικό Μουσείο. Το μουσείο περιλαμβάνει ανασκαφικά ευρήματα από την περιοχή της Πυλίας, τα οποία χρονολογούνται από τους Μεσοελλαδικούς (2000-1600 π.Χ. - Μυκηναϊκή εποχή ή και παλιότερα, στην Αρχαϊκή, την Ελληνιστική) έως τους Ρωμαϊκούς χρόνους.

Τα εκθέματα προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή της Πύλου. Από τα σημαντικότερα εκθέματά του ξεχωρίζουν οι χρυσές ταινίες, ένας σφραγιδόλιθος, δύο περιδέραια ο ταφικός πίθος που βρέθηκαν σε θολωτό τάφο της Κουκουνάρας στα Παλαιοχώρια και βέβαια η επένδυση του κράνους πολεμιστή από δόντια αγριόχοιρου που συναντάται εδώ, αλλά και στο μουσείο του Ναυπλίου και αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό του στρατιώτη-πολεμιστή των Αχαιών. τα τρία γυάλινα αγγεία αλλά και ο μεγάλος αστράγαλος από τον Ελληνιστικό τύμβο της Τραγάνας.

Στοιχεία επικοινωνίας: Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου, Αντωνοπούλειο
  • Διεύθυνση: Πύλος – Μεσσηνία – τ.κ. : 24001
  • Τηλέφωνο: +30 27230 22448

Μέρες - Ώρες Λειτουργίας: Τρίτη-Κυριακή 08:30-15:00




Δημοτικό Πάρκο Σιδηροδρόμων

Το Δημοτικό Πάρκο Σιδηροδρόμων Καλαμάτας αποτελεί μοναδικό για το είδος του υπαίθριο μουσείο. Τα εγκαίνια έγιναν το Σεπτέμβριο του 1986 αλλά η ολοκλήρωση του έγινε το 1990, λόγω του καταστρεπτικού σεισμού που έπληξε την Καλαμάτα το Σεπτέμβρη του 1986. Ο χώρος που επιλέχθηκε για να δημιουργηθεί το μουσείο ήταν ο παλαιός σταθμός «Καλαμάτα λιμήν» αλλά και έκταση του ΟΣΕ που χρησιμοποιούνταν επί εποχής ατμού ως καρβουναποθήκες.

Συγκεκριμένα καταλαμβάνει συνολική έκταση 54 στρεμμάτων σε ένα κεντρικό κομμάτι της πόλης. 24,6 στρέμματα παραχωρήθηκαν από τον ΟΣΕ τα οποία περιελάμβαναν το διόροφο κτίριο του παλιού σταθμού "Καλαμάτα Λιμήν" καθώς και έναν υδατόπυργο. 28 στρέμματα παραχωρήθηκαν από τον Δήμο Καλαμάτας και 1,4 στρέμματα από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Όλο το τροχαίο υλικό προέρχεται από τον ΟΣΕ (από το δίκτυο της Πελοποννήσου και της Θεσσαλίας), εκτός από τον συρμό του ΗΣΑΠ, και έχει παραχωρηθεί στο Δήμο Καλαμάτας με καθεστώς χρησιδανείου.


Βρίσκεται σε μια απόσταση 5 λεπτών από την κεντρική πλατεία της Καλαμάτας ακολουθώντας την οδό Αριστομένους με κατεύθυνση προς λιμάνι. Η έκταση του πάρκου οριοθετείται από την οδό Μακεδονίας μέχρι την οδό Κρήτης κοντά στο λιμάνι και από τις δύο κάθετες οδούς Αριστομένους και Ψαρών. Σαν πάρκο, πέραν των σιδηροδρομικών εκθεμάτων που περιλαμβάνει, διαθέτει γήπεδο μπάσκετ και βόλεϊ αλλά και άλλες εγκαταστάσεις για την ψυχαγωγία των παιδιών. Επίσης στεγάζονται και διάφοροι σύλλογοι (όπως ο δικός μας), είτε στα σιδηροδρομικά οχήματα του πάρκου είτε στα κτίρια αυτού. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το βασικό κτίριο του πάρκου είναι ο ανακαινισμένος σταθμός «Καλαμάτα λιμήν» που σήμερα εκτελεί χρέη αναψυκτήριου στο ισόγειο και το "σπίτι" του ΣΦΣΜ στον όροφο, το οποίο μας έχει παραχωρηθεί για χρήση από την λέσχη σιδηροδρομικών.

Στα εκθέματα του Μουσείου περιλαμβάνονται, ο σταθμός και η περιοχή του, με διώροφο οικίσκο σταθμαρχείου, τέσσερις πλατμόρφες επιβίβασης με περίπτερο εισόδου και σταθερούς πάγκους αναμονής. Υπάρχουν ακόμη υδατόπυργος με λίθινη κυλινδρική βάση, τρεις κρουνοί ατμαμαξών και τιμονιέρες, μεταλλική πεζογέφυρα, μήκους 28 μ., κατά τον άξονα του σταθμαρχείου, καθώς και μικροστοιχεία οργάνωσης του σιδηροδρομικού τοπίου (κλειδιά αλλαγής, φανοί, στάνζες, stoppers).

Εκτίθενται επίσης τροχαίο υλικό, αποτελούμενο από επτά ατμάμαξες και μια ντηζελάμαξα, δύο δραιζίνες (ποδήλατη και χειροκίνητη), ένα χειροκίνητο γερανό (1890), τρία επιβατηγά οχήματα Α' θέσης και πέντε Α'-Β' θέσης (1885), οκτώ φορτηγά οχήματα διαφόρων τύπων (1885-1947). Τα βαγόνια των συρμών μελετήθηκαν έτσι ώστε, παράλληλα προς τον παιδαγωγικό-μουσειακό τους προορισμό, να φιλοξενούν και κάποιες συγκεκριμένες δημοτικές λειτουργίες και δραστηριότητες φορέων της πόλης.

Στοιχεία επικοινωνίας: Δημοτικό Πάρκο Σιδηροδρόμων Καλαμάτας
Διεύθυνση: Σιδηροδρομικός Σταθμός Καλαμάτας - Λιμήν, Τ.Κ.241 00
Τηλέφωνο: +30 24210 - 23644 Fax: +30 24210 - 23644

Ημέρες - Ώρες Λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή: 08:30-15:00 ελεύθερη επίσκεψη – ανοιχτός χώρος – πάρκο



Πηγή messinia-guide.gr

 
z